Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Δεν έμαθα ποτέ να γυρνάω το κεφάλι από την άλλη σαν να μην έχω δει. Κακό ελάττωμα. Χαλάει σχέσεις, παρέες, δουλειές, οικογενειακά τραπέζια και εκείνη την υπέροχη κοινωνική ησυχία που βασίζεται στο ότι όλοι ξέρουν και κανείς δεν λέει κουβέντα.
Δεν μπορώ. Αν δω, είδα. Αν καταλάβω, τελείωσε. Δεν μπορώ μετά να σε κοιτάζω και να προσποιούμαι ότι δεν πρόσεξα τη μικρή μετατόπιση. Τη λέξη που κατάπιες. Την άλλη που είπες λίγο πιο εύκολα απ’ όσο έπρεπε. Το βλέμμα που έφυγε. Την απουσία εκεί που μέχρι χθες υπήρχε παρουσία.
Και μη βιαστείς να μου πεις ότι τα ψειρίζω. Μπορεί. Προτιμώ να ψειρίζω την αλήθεια παρά να καταπίνω ολόκληρο το ψέμα.
Έχω κάνει κι εγώ τις εκπτώσεις μου. Έχω βάλει πράγματα κάτω από χαλιά, έχω δώσει δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις σε συμπεριφορές που είχαν μία και πολύ καθαρή. Έχω κάνει πως δεν κατάλαβα για να μη χρειαστεί να αποφασίσω τι θα κάνω τώρα που κατάλαβα.
Αυτό είναι το δύσκολο, ξέρεις. Όχι να δεις. Να αντέξεις μετά αυτό που είδες. Γιατί από εκεί και πέρα έχεις δύο επιλογές. Ή μένεις και κοιτάς τον άλλον κατάματα, με την αλήθεια πάνω στο τραπέζι, άβολη, ξεβράκωτη, χωρίς ωραίες λέξεις να τη συμμαζεύουν. Ή σηκώνεσαι και φεύγεις.
Το ενδιάμεσο δεν το έμαθα ποτέ. Δεν ξέρω να κάθομαι απέναντί σου, να χαμογελάω και να βοηθάω κι εγώ να συντηρηθεί κάτι που έχει ήδη σαπίσει.
Κι αν αυτό με κάνει δύσκολη, ας με κάνει. Δύσκολη αντέχω να είμαι. Ηλίθια με τα μάτια ανοιχτά, όχι.
Και κάτι τελευταίο. Μη φοβάσαι όταν θυμώνω. Μη φοβάσαι όταν ρωτάω, όταν επιμένω, όταν σε στριμώχνω με εκείνο το «πες μου την αλήθεια» που κανείς δεν θέλει ν’ ακούσει. Όσο τα κάνω αυτά, είμαι ακόμα εδώ.
Να φοβηθείς τη μέρα που θα δω τα πάντα και δεν θα σε ρωτήσω τίποτα. Γιατί τότε δεν θα έχω γυρίσει το κεφάλι από την άλλη.
Θα έχω απλώς πάψει να χρειάζομαι την απάντηση.
