Γράφει η Ράνια Σταθάκη
Δεν ήρθες γιατί με ήθελες. Ήρθες γιατί δεν άντεχες να χάσεις.
Δεν ήρθες γιατί σε έτρωγε το συναίσθημα. Ήρθες γιατί σε έτρωγε το γαμημένο σου εγώ. Γιατί κάποτε σε άφησα πίσω, γιατί ήμουν αυτή που έφυγε πρώτη, γιατί δεν σε παρακάλεσα, δεν σε έψαξα, δεν σου έδωσα τη νίκη που περίμενες.
Και τώρα γύρισες. Με ένα χαμόγελο που μυρίζει εκδίκηση. Με λόγια που στάζουν «ενδιαφέρον», αλλά το βλέμμα σου φωνάζει πως ήρθες να πάρεις το αίμα σου πίσω.
Δεν σου έλειψα. Σου έλειψε η αίσθηση του ελέγχου.
Δεν με ήθελες. Ήθελες να δεις αν ακόμα σε θέλω.
Δεν ήρθες για να μείνεις. Ήρθες για να φύγεις νικητής.
Και το έπαιξες έξυπνα.
Δεν ήρθες βιαστικά. Άφησες τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του, να με μαλακώσει, να με κάνει να αναρωτηθώ.
Ήσουν τρυφερός, αλλά όχι πιεστικός. Έπαιξες με το συναίσθημα, αλλά πάντα με μέτρο.
Μου έδωσες ακριβώς όσα χρειαζόμουν για να χαμηλώσω τις άμυνες.
Και μόλις τις χαμήλωσα… χτύπησες.
Αλλά ξέρεις κάτι; Κερδίζεις μόνο αν ο άλλος παίζει ακόμα.
Κι εγώ δεν παίζω πια. Δεν με νοιάζει αν θα φύγεις. Δεν με νοιάζει αν νιώθεις νικητής. Γιατί όσο εγώ ήμουν αληθινή, εσύ έπαιζες.
Και αυτό, φίλε μου, δεν λέγεται νίκη. Λέγεται ψέμα.
Και το χειρότερο με τα ψέματα; Είναι ότι στο τέλος, τα πιστεύεις κι εσύ.
