Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου
Υπάρχουν κι αυτά τα βράδια που η νοσταλγία μοιάζει πιο δυνατή από την λογική.
Μετά από τόσο καιρό, είχα καταφέρει να μην σε θυμίζει τίποτα πια. Ή έτσι ήθελα να λέω στον εαυτό μου για να τον ξεγελώ.
Ήξερα καλά τι υπήρχε μέσα σε εκείνα τα παλιά μηνύματα.
Άνοιξα τον παλιό τηλεφωνητή, χωρίς να ξέρω αν ήμουν πραγματικά έτοιμος να σε ακούσω.
Είχα κάνει τόσα βήματα μπροστά. Είχα πει πως ανήκεις στο παρελθόν.
«Αναπαραγωγή».
Το πρώτο μήνυμα άρχισε να παίζει και μια αμήχανη «καλημέρα» ακούστηκε δυνατά στον χώρο του σαλονιού.
Έκλεισα τα μάτια, καθώς η χροιά σου άρχισε να πλημμυρίζει τα αυτιά μου.
Ήθελα να ταξιδέψω πίσω σε εκείνες τις μέρες. Σε εκείνες που με ενοχλούσε όταν μου άφηνες μηνύματα, γιατί δεν είχαν σημασία. Θα βρισκόμασταν λίγες ώρες αργότερα, άλλωστε.
Πού να ήξερα ότι αυτό θα ήταν το πιο σημαντικό πράγμα που θα κρατούσα από εσένα μετά.
Ο μόνος τρόπος για να σε έχω κοντά μου.
Στο επόμενο μήνυμα, μέσα από την φασαρία του δρόμου, ακούστηκες.
«Μου λείπεις, σε λίγο φτάνω.»
Το βλέμμα μου έπεσε στην πόρτα του σπιτιού.
Για μια στιγμή πίστεψα πώς το είπες τώρα. Πως σε λίγα λεπτά θα χτυπούσες το θυροτηλέφωνο και θα ερχόσουν.
Τα δάκρυα μου άρχισαν να κυλούν χωρίς σταματημό.
Ήξερα πως αυτό το «σε λίγο» θα διαρκούσε για πάντα.
Πριν ακούσω το τελευταίο σου μήνυμα, άναψα ένα τσιγάρο και πήρα μια βαθιά τζούρα.
«Ξέρω πως θα νευριάσεις που σου αφήνω μήνυμα ενώ κατεβαίνω τις σκάλες της πολυκατοικίας σου, αλλά βγες λίγο στο μπαλκόνι να σε δω μια τελευταία φορά για σήμερα.»
Σηκώθηκα και βγήκα στο μπαλκόνι.
Απέναντι μου βρισκόταν το πεζοδρόμιο όπου σε είδα για τελευταία φορά.
Κοίταξα για λίγο εκείνο το σημείο.
Στις σκέψεις μου υπήρχε κάθε λεπτομέρεια.
Μου χαμογελούσες μέχρι να χαθείς στο άλλο στενό.
Τότε δεν ήξερα πως εκείνη η στιγμή θα γινόταν η τελευταία φορά.
Έσβησα το τσιγάρο και πριν μπω μέσα, γύρισα και κοίταξα για άλλη μια φορά το πεζοδρόμιο.
Κάποιες φορές, το «σε λίγο» δεν σημαίνει πως θα επιστρέψει.
Σημαίνει πως θα περιμένεις για πάντα.
