Γράφει η Γεώρα
Άκουσα μέσα στη βροχή τα βήματά σου.
Βήμα βαρύ, βήμα σταθερό.
Και ερχόσουν προς εμένα!
Άραγε γιατί;
Πάντα καταλάβαινα πότε ερχόσουν προς εμένα.
Και θυμάμαι η καρδιά μου σκιρτούσε δυνατά.
Όλο μου το κορμί βρισκόταν σε ευτυχία.
Άραγε τώρα τι ανησυχία είναι αυτή;
Καμία χαρά. Λες και τα συναισθήματά και ο ενθουσιασμός μπήκαν στη σίγαση.
Μονάχα η λογική κάνει κουμάντο.
Τρομακτικό!
Αισθάνομαι πως έχει βάλει την καρδιά σε τιμωρία. Ρούπι δεν την αφήνει να κουνηθεί.
Και ‘συ όλο έρχεσαι προς εμένα. Και ‘γω θέλω να φύγω.
Μα πώς γίνεται αυτό; Αφού εσύ για μένα, πάντα μου σήμαινες τόσα πολλά. Τώρα, που πήγαν όλα εκείνα;
Άκουσα μέσα στη βροχή τα βήματά σου, όμως δεν άφησα το φως ανοιχτό, το έσβησα!
Ήθελα να σου δείξω πως πλέον χώρος για σένα εδώ δεν υπάρχει. Και κάπου εκεί εμφανίστηκε πάλι η καρδιά για να αγαπά εμένα.
Έπαψα να φοβάμαι, έπαψα να σε σκέφτομαι, έπαψα να ελπίζω σε μας.
Ξεκίνησα να ζω για μένα! Και κάπου εκεί όλα, άρχισαν να βγάζουν ένα άλλο νόημα!
