Γράφει η Ιωάννα Ντρε
Ξημέρωσε μια άλλη μέρα σήμερα. Διαφορετική από τις άλλες. Ξημέρωσε Κυριακή και με βρήκε μόνη. Χωρίς εσένα στην αγκαλιά μου. Μπορεί όλα να σε θυμίζουν κάθε μέρα, κάθε ώρα αλλά τις Κυριακές μου λείπεις πιο πολύ. Γιατί ξυπνούσα και η πρώτη εικόνα που έβλεπα ήταν εσένα δίπλα μου. Τώρα κενή η θέση σου στο κρεβάτι. Βγαίνω έξω να πάρω λίγο αέρα. Τα βήματά μου θέλουν να με φέρουν κοντά σου. Όμως παίρνω μια βαθιά ανάσα κάνω αναστροφή και φεύγω προς την αντίθετη κατεύθυνση, όσο πιο μακριά γίνεται.
Γιατί να έρθω; Με ζήτησε κανείς; Με θέλει κανείς; Έλειψα σε κανέναν; Όχι. Επέλεξες να με αφήσεις. Τόσο ακαριαία, τόσο άψυχα σα να μην ένιωσες τίποτα για μένα. Σα να ήταν όλα ένα καλοστημένο θεατρικό έργο που μόλις ο σκηνοθέτης αποφάσισε να κλείσει την αυλαία πριν καν προλάβει να παιχτεί ολόκληρο το έργο και χωρίς να πει το λόγο που το έκανε ούτε στους ηθοποιούς ούτε στους θεατές.
Έμοιαζες κάτι ξεχωριστό αλλά τελικά δεν ήσουν.
Ούτε τα λίγα και μετρημένα λόγια σου δεν τίμησες. Ούτε αυτά δεν τήρησες. Ούτε αυτά δεν ήταν αλήθεια.
Ήσουν για τα απλά τελικά. Για τα λίγα καθημερινά γέλια και χαρές κ με τη πρώτη ευκαιρία είπες το τέλος. Χωρίς να το περιμένω. Χωρίς λόγο, χωρίς κάποια ουσιαστική εξήγηση, χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι, χωρίς να έχεις δείξει ότι κάτι δε πάει καλά.
Πως γίνεται τι μια μέρα να δείχνεις στον άλλο ότι τον θες, ότι δε θες να τον χάσεις από τη ζωή σου και του το λες κ την άλλη μέρα του λες τέλος επειδή δε νιώθεις καλά τώρα τελευταία μέσα σου.
Δεν είναι αυτή αιτιολογία. Αυτή είναι μια φθηνή δικαιολογία. Δε πειράζει. Δε πόνεσα επειδή δεν ένιωσες τίποτα για μένα. Πόνεσα επειδή έδειχνες πως ένιωθες αυτό το κάτι.
