Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Δεν ξέρω πότε ακριβώς έγινε. Δεν υπήρξε κάποια μεγάλη στιγμή, κάποιο ορόσημο που να το σημάδεψε.
Ξέρω μόνο πως μια μέρα ξύπνησα και ήσουν μέσα σε όλα.
Ήσουν στο πρωινό μου ξύπνημα, στην πρώτη γουλιά καφέ που δεν είχε πια την ίδια γεύση αν δεν την έπινα μαζί σου. Ήσουν στις σκέψεις μου την ώρα που οδηγούσα, στο τραγούδι που έπαιζε στο ραδιόφωνο και σε έφερνε στο μυαλό μου χωρίς να προσπαθήσω.
Δεν μπήκες στη ζωή μου σαν καταιγίδα. Δεν ήρθες να τα διαλύσεις όλα, να με ταράξεις, να με αλλάξεις.
Ήρθες αθόρυβα. Σαν μια συνήθεια που δεν καταλαβαίνεις πώς ξεκίνησε, αλλά ξαφνικά είναι εκεί.
Και δεν είναι μόνο οι μεγάλες στιγμές. Είναι οι μικρές.
Είναι το χέρι σου που ψάχνει το δικό μου μηχανικά όταν περπατάμε. Είναι το βλέμμα σου που συναντά το δικό μου πάνω από ένα γεμάτο τραπέζι, και ξέρουμε και οι δύο τι σημαίνει χωρίς να μιλήσουμε.
Είναι το ότι σε σκέφτομαι ακόμα και στα πιο απλά, στα πιο ασήμαντα.
Σε σκέφτομαι όταν ανοίγω το ψυγείο και βλέπω την αγαπημένη σου σοκολάτα. Σε σκέφτομαι όταν περνάω από το μέρος που είχαμε βρεθεί για πρώτη φορά και χαμογελάω. Σε σκέφτομαι όταν μου συμβαίνει κάτι καλό και η πρώτη μου σκέψη είναι να στο πω.
Έγινες μέρος της ρουτίνας μου, αλλά δεν είσαι ρουτίνα.
Δεν βαριέμαι να σε βλέπω, δεν βαριέμαι να σε ακούω. Δεν βαριέμαι να σε ανακαλύπτω κάθε μέρα, ακόμα κι αν νομίζω πως σε ξέρω απ’ έξω.
Και ξέρεις ποιο είναι το αστείο;
Δεν το είχα καταλάβει μέχρι τώρα. Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως, όσο κι αν νόμιζα πως κρατούσα τις ισορροπίες μου, εσύ είχες ήδη γίνει κομμάτι τους.
Είσαι εδώ. Στα μικρά, στα καθημερινά, στα ασήμαντα που τελικά είναι τα πιο σημαντικά.
Και δεν θέλω να σε βγάλω από εκεί. Γιατί, αν φύγεις, η μέρα μου δεν θα είναι πια η ίδια.
