Γράφει η Μπάρμπυ Κορμαρή
Φήμες λένε πως μεγαλώσαμε.
Πάει καιρός που τελειώσαμε το σχολείο και σκορπίσαμε στους πέντε ανέμους για να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας.
Πάει καιρός από εκείνον τον Ιούνη που αποχαιρετήσαμε συμμαθητές και καθηγητές και με τα απολυτήρια στα χέρια διαβήκαμε για τελευταία φορά την πόρτα του σχολείου και ξεχυθήκαμε στους δρόμους του Παγκρατίου με όλη τη φόρα και την ορμή των 18 μας χρόνων.
Πάει καιρός κι έγιναν τόσα…
Ένας νέος κύκλος ζωής ξεκίνησε κι εμείς χαθήκαμε σε σπουδές, ταξίδια, νέες γνωριμίες, έρωτες, γάμους, δουλειά.
Κλείσαμε τις σχολικές αναμνήσεις σ’ ένα κουτάκι και το καταχωνιάσαμε σ’ ένα ξεχωριστό μέρος στην καρδιά μας.
Πότε πότε αναρωτιόμασταν τι να έγιναν άραγε οι παλιοί μας φίλοι, οι γείτονες του διπλανού θρανίου, οι συνένοχοι στις κοπάνες και στις αντιγραφές.
Μα δεν είχαμε χρόνο για πολλές σκέψεις.
Η νέα καθημερινότητα απαιτούσε από εμάς όλη την ενέργειά μας.
Βλέπεις, είχαμε στόχους και όνειρα να κυνηγήσουμε, ήταν η ώρα να δημιουργήσουμε το δικό μας αύριο, ήταν η ώρα να κερδίσουμε τα στοιχήματα που ο καθένας είχε βάλει με τον εαυτό του.
Ήταν η ώρα να κατακτήσουμε τη ζωή.
Φήμες λένε πως μεγαλώσαμε.
Πως δεν είμαστε πια 18 χρονών.
Έχουν περάσει, βλέπεις, πάνω από τρεις δεκαετίες από τότε…
Στο κατώφλι των 50 κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν, σε όλα όσα ζήσαμε, όσα κατακτήσαμε, όσα αγαπήσαμε.
Κι η σκέψη σκαλώνει στα παλιά και μας γυρίζει στις τελευταίες μέρες της ανεμελιάς μας.
Τότε κλείναμε όλοι μαζί τα 18.
Φέτος τα 50.
Μήπως ήρθε η ώρα να ανταμώσουμε ξανά;
Και κάπως έτσι ένα βράδυ του Ιούνη, τρεις και κάτι δεκαετίες μετά, ξανασμίξαμε σε μια αυλή.
Μας πήρε ελάχιστα λεπτά να αναγνωρίσουμε στα πρόσωπα που αντικρίζαμε εκείνους τους συμμαθητές της εφηβείας μας.
Μας πήρε ελάχιστα λεπτά να μηδενίσουμε το χρόνο και να μεταφερθούμε σ’ εκείνη την άλλη αυλή, την γνώριμη από παλιά, την αυλή του σχολείου.
Μας πήρε ελάχιστα λεπτά να κοιταχτούμε σκανταλιάρικα και συνωμοτικά όπως τότε και να γίνουμε ξανά δεκαοκτώ χρονών.
Φήμες λένε πως μεγαλώσαμε.
Όμως εμείς χθες βράδυ είμασταν μια παρέα συμμαθητών και διασκεδάσαμε όπως παλιά.
Ξεσηκώσαμε τη γειτονιά με φωνές και γέλια, χορεύοντας σε ρυθμούς 80’s.
Γυρίσαμε το χρόνο τριάντα και κάτι χρόνια πίσω και ξαναγίναμε για μια βραδιά ανέμελοι έφηβοι.
Κάναμε κοπάνα από τις υποχρεώσεις και τις σκοτούρες και ξαναβρήκαμε τη χαμένη εφηβεία μας, πίνοντας πολύχρωμα κοκτέηλ και σφηνάκια tequilla.
Ήταν σα να μην πέρασε μια μέρα..
Γιατί χθες ήταν μια μαγική βραδιά.
Χθες ταξιδέψαμε όλοι μαζί στο κοινό παρελθόν μας.
Σ’ ένα ξεχωριστό πάρτυ γενεθλίων σβήσαμε όλοι μαζί τα κεριά της τούρτας και γιορτάσαμε το γεγονός ότι αγγίξαμε τα πενήντα, μα παραμένουμε πάντα παιδιά.
Κι όσο κι αν η ζωή μας ωρίμασε και μας άλλαξε, στο βάθος είμαστε πάντα οι ίδιοι.
Αθεράπευτα ονειροπόλοι, γεμάτοι λαχτάρα για ζωή, πείσμα και ενθουσιασμό.
Πώς το λέει εκείνο το τραγούδι;
“Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια,
μόνο τρόπο να κοιτάνε…”
Και λίγο πριν να χωριστούμε, δώσαμε όλοι μια υπόσχεση.
Να ξαναβρεθούμε στα ίδια μέρη όπως παλιά.
Και -που ξέρεις;- ίσως καταφέρουμε να οργανώσουμε κι εκείνη την πενταήμερη που δεν πήγαμε ποτέ!
(Αφιερωμένο στους συνένοχους της εφηβείας μου, στους απόφοιτους του 1986 του 28ου Λυκείου Παγκρατίου)
