Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Ποτέ δεν είχα σκεφτεί πως η θάλασσα θα μπορούσε τόσο πολύ να σε θυμίζει. Να σε θυμίζει γιατί και εκείνη λάμπει με το φως του ήλιου το πρωί και με το φεγγάρι τη νύχτα. Να, έτσι όπως και εσύ. Όπως και τα μάτια σου. Γι’ αυτό μόνο θέλω να έρχεται το καλοκαίρι. Για να βλέπω εσένα μέσα της. Εσένα που τόσο μου λείπεις. Εσένα που ποτέ δεν μου χάρισες ένα καλοκαίρι σου, αλλά μου το θυμίζεις τόσο.
Γι’ αυτό δεν μου αρέσουν τα καλοκαίρια. Γιατί νιώθω πως σε παίρνουν μακριά μου. Νιώθω πως σε χάνω. Εσύ όμως μυρίζεις καλοκαίρι και έρχεσαι στο μυαλό μου μόνο και μόνο με το κοίταγμα του ήλιου, με τη μυρωδιά της θάλασσας. Με το άκουσμα του κύματος που παίρνει τα βότσαλα από τη θάλασσα και τα πετάει στη στεριά. Μακάρι να μου έφερνε και εσένα. Για μία φορά. Έστω για ένα καλοκαίρι!
Μα εσύ είσαι το καλοκαίρι. Γεννήθηκες εκεί και έμεινες εκεί. Είναι δικό σου και σου πάει όσο καμία άλλη εποχή. Το χαμόγελό σου, το δέρμα σου, η μυρωδιά σου, τα μάτια σου, τα όλα σου θυμίζουν καλοκαίρι.
Τι ωραία που θα ήταν να μου δείξεις πως είναι το καλοκαίρι. Τι είναι αυτό που σε κάνει να λάμπεις τόσο πολύ. Να πάρω και εγώ λίγη από τη λάμψη σου, από τη λάμψη του.
Έστω σε μια παραλία με χιλιάδες κόσμο αλλά μέσα σε αυτόν και εσύ, εσύ και εγώ. Εσύ να λάμπεις και εγώ να σε θαυμάζω και να χαίρομαι και να γελάμε και να είμαστε πάλι παιδιά. Όπως τότε στα είκοσι πέντε μας που δεν μας ένοιαζε τίποτα παρά μόνο να είμαστε μαζί!
Μου χρωστάς ένα καλοκαίρι.
Και ξέρεις; Τότε ίσως μου αρέσουν και εμένα τα καλοκαίρια. Τα καλοκαίρια που θα έχουν εσένα μέσα μαζί με όλες σου τις αναμνήσεις, μαζί με όλες σου τις μυρωδιές!
Ένα καλοκαίρι μαζί σου, ένα καλοκαίρι μαζί!
Μου χρωστάς ένα καλοκαίρι…
