Blog

Γράφει η Νόνη Διολή

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου να κοιμηθώ.

Λίγο πριν κλείσω τα μάτια μου, πήγα να βγάλω το ρολόι μου και να το ακουμπήσω στο κομοδίνο μου.

Το βλέμμα μου στάθηκε στον δείκτη που μετράει τα δευτερόλεπτα και το άφησα να το ακολουθήσει στην διαδρομή του και να σχηματίσει άλλο ένα λεπτό της ήδη περασμένης ώρας.

Στη διάρκεια αυτής της διαδρομής του χρόνου, έπιασα το μυαλό μου να κάνει ένα σωρό σκέψεις.

Ουπς, όλες αρνητικές.

Οι απλήρωτοι λογαριασμοί, το τηλέφωνο από την τράπεζα για την δόση που έχω καθυστερήσει, τι θα γίνει στη δουλειά, που να είναι τώρα τα παιδιά, αυτή η νύχτα η ριμάδα πόσους κινδύνους κρύβει και άλλες πολλές.

Ένιωσα το κεφάλι μου να σφίγγει.

Έκλεισα τα μάτια μου και τα ξανάνοιξα, λες και μ΄ αυτόν τον τρόπο οι κακές σκέψεις θα εξαφανίζονταν.

Μάταια, οι απαίσιες σκέψεις εξακολουθούσαν να είναι εκεί, το μυαλό μου αρνιόταν πεισματικά να δώσει χώρο σε οποιαδήποτε θετική εικόνα και ο δευτερολεπτοδείκτης συνέχιζε να κλείνει τους κύκλους των λεπτών και να μου εξαντλεί τις ώρες.

Τράβηξα απότομα το κουμπάκι στο πλάι του καντράν και σταμάτησα τον χρόνο.

Σταμάτησα αυτή την τρελή πορεία του δείκτη που έκανε το μυαλό μου να πονάει.

Σταμάτησα τον δείκτη αλλά δεν κατάφερα να σταματήσω το μυαλό μου.

Ξεκούμπωσα γρήγορα το ρολόι, το έβγαλα από το χέρι μου και σχεδόν τρομαγμένη το ακούμπησα στο κομοδίνο.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι, πήγα στο μπάνιο, άφησα το νερό να τρέξει επάνω μου παγωμένο και ξαναγύρισα στο κρεβάτι.

Αυτή τη φορά ήμουν αποφασισμένη.

Πήρα το ρολόι στα χέρια μου, και το ξαναέθεσα σε λειτουργία.

Ο δείκτης άρχισε πάλι να κινείται και εγώ ξεκίνησα να τον ακολουθώ με το βλέμμα μου.

Η πρώτη αρνητική σκέψη προσπάθησε γρήγορα και ύπουλα να μπει ξανά στο μυαλό μου αλλά κάτι έμοιαζε να την εμποδίζει.

Το μυαλό μου εξακολουθούσε να πονάει αλλά αυτή τη φορά ο πόνος ήταν διαφορετικός.

Ήταν διαφορετικός γιατί το μυαλό μου προσπαθούσε να ανασύρει από τα σκοτεινά και ακανθώδη βάθη του όλες εκείνες τις όμορφες στιγμές που είχα ζήσει μέσα στην ημέρα.

Όλες εκείνες οι μικρές και φαινομενικά ασήμαντες στιγμές που είχα ζήσει μέσα στην ημέρα, πίεζαν το μυαλό μου και προσπαθούσαν με όλη τους τη δύναμη να βγουν από τις φυλακές τους.

Τα γέλια στο γραφείο με τους συναδέλφους, ο καφές και η κουβέντα με την κολλητή μου, εκείνο το τραγούδι που άκουγα στον προαστιακό, το κοπλιμέντο του ταξιτζή πιτσιρικά με το σκουλαρίκι, το χαμόγελο και η αγκαλιά των ανθρώπων που αγαπώ και άλλες πολλές ακόμα πιο ασήμαντες, ακόμα πιο μικρές.

Σε κάθε κύκλο του δευτερολεπτοδείκτη όλο και περισσότερες ξεπετάγονταν από παντού μέχρι που το μυαλό μου σταμάτησε να πονάει και γέμισε χαμόγελα και γέλια δυνατά.

Φόρεσα το ρολόι στο χέρι μου, ακούμπησα το πρόσωπό μου πάνω του και αποκοιμήθηκα, βαθιά ικανοποιημένη που με τη βοήθεια του χρόνου είχα καταφέρει να νικήσω το ίδιο μου το μυαλό.