Γράφει η Μαριάννα Αργυρίου
Όταν λες ότι “τελείωσες” με τους έρωτες, δεν το λες ελαφρά. Το λες κουρασμένος. Το λες αφού έχεις δει τον εαυτό σου να μικραίνει για να χωρέσει, να εξηγεί τα αυτονόητα, να περιμένει εκεί που δεν υπήρχε τίποτα να έρθει. Το λες σαν απόφαση. Σαν κάτι που σε προστατεύει.
Κι εκεί ακριβώς, η ζωή γελάει.
Όχι ειρωνικά. Σχεδόν τρυφερά. Σαν να σε κοιτάει και να ξέρει κάτι που εσύ ακόμα αρνείσαι. Γιατί όσο κι αν το λες, δεν έχεις τελειώσει. Έχεις κουραστεί. Έχεις μάθει. Έχεις μαζέψει κομμάτια που δεν θέλεις να ξανασκορπίσουν. Αλλά δεν έχεις τελειώσει.
Αν είχες τελειώσει, δεν θα σε πείραζε. Δεν θα ένιωθες τίποτα όταν ακούς ένα όνομα, όταν βλέπεις δύο ανθρώπους να γελάνε μεταξύ τους, όταν κάτι μέσα σου κουνιέται χωρίς λόγο. Η αδιαφορία δεν κάνει θόρυβο. Εσύ όμως κάνεις ακόμα.
Κι αυτό είναι το πρόβλημα.
Θες να πιστέψεις ότι έκλεισες τον κύκλο. Ότι τελείωσες με τα πάνω και τα κάτω, με την αβεβαιότητα, με το να δίνεις χωρίς να ξέρεις τι θα πάρεις πίσω. Θες μια ησυχία. Μια ευθεία γραμμή χωρίς ανατροπές. Αλλά ο έρωτας δεν υπακούει σε τέτοιες ανάγκες.
Δεν έρχεται όταν είσαι έτοιμος. Έρχεται όταν δεν έχεις καμία διάθεση να τον διαχειριστείς.
Σε βρίσκει σε μέρες που έχεις βάλει τάξη μέσα σου, που έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι δεν χρειάζεσαι κανέναν. Και σου χαλάει τη δομή. Όχι με φανφάρες. Με κάτι μικρό. Με έναν άνθρωπο που δεν ταιριάζει στο σχέδιο που είχες φτιάξει.
Κι εκεί είναι που γελάει η ζωή.
Γιατί ξέρει ότι όσο κι αν προσπαθείς να τον αποφύγεις, δεν είναι κάτι που ελέγχεις. Δεν είναι επιλογή να τελειώσεις μαζί του. Είναι απλώς μια φάση που περνάς μέχρι να βρεθεί κάτι που θα σε κάνει να ξεχάσεις τι έλεγες.
Και τότε δεν θα θυμάσαι καν αυτή την απόφαση.
Δεν θα σε νοιάζει αν “τελείωσες” ή όχι. Θα είσαι μέσα σε αυτό ξανά, ίσως πιο προσεκτικός, ίσως πιο ήσυχος, αλλά πάλι εκεί.
Και θα γελάς κι εσύ λίγο.
Όχι γιατί σε ξεγέλασαν. Αλλά γιατί πίστεψες, έστω και για λίγο, ότι μπορείς να τελειώσεις με κάτι που δεν τελειώνει ποτέ.
