Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Έλα να παίξουμε ένα παιχνίδι παιδικό. Θυμάσαι; Θα με κοιτάς, θα σε κοιτάω κι όποιος γελάσει πρώτος χάνει. Μόνο που θα αλλάξουμε λίγο τους κανόνες. Θα με κοιτάς, θα σε κοιτάω κι όποιος γελάσει πρώτος κερδίζει.
Γιατί έγινε δύσκολο το γέλιο, μάτια μου. Το αληθινό. Όχι εκείνο που σηκώνεται στις άκρες των χειλιών επειδή κάποιος έβγαλε κινητό. Όχι το προβαρισμένο, το φωτογενές, το κομμένο και ραμμένο στις απαιτήσεις του Instagram σου. Εκείνο το έχουμε μάθει καλά. Ξέρουμε γωνία, ξέρουμε φως, ξέρουμε φίλτρο. Να ξεγελάμε τον κόσμο μάθαμε. Να ξεγελάμε εμάς δεν καταφέραμε.
Γιατί κάποτε γελούσαμε άσχημα. Με ανοιχτό στόμα. Με δάκρυα. Με θόρυβο. Με το κεφάλι πίσω και την κοιλιά να πονάει. Χωρίς να μας νοιάζει αν φαινόμαστε όμορφοι. Ήμασταν. Τώρα είμαστε περιποιημένοι. Άλλο πράγμα.
Μεγαλώσαμε και σοβαρέψαμε τόσο, που καταντήσαμε να χρειάζεται λόγος ακόμα και για να γελάσουμε. Και οι λόγοι λιγόστεψαν. Λιγόστεψε η ξεγνοιασιά. Μπήκαν λογαριασμοί, προθεσμίες, παιδιά, γονείς που μεγαλώνουν, άνθρωποι που έφυγαν, άνθρωποι που έμειναν και καμιά φορά αυτό πόνεσε περισσότερο. Μπήκαν «πρέπει». Πολλά γαμημένα «πρέπει». Κι αρχίσαμε να φυλάμε τη χαρά για όταν τακτοποιηθούν όλα.
Τι αστείο. Δεν τακτοποιούνται όλα. Ποτέ. Πάντα κάτι θα λείπει. Κάτι θα πονάει. Κάποιος θα μας χρωστάει μια συγγνώμη. Κάποιο βράδυ θα μας βρίσκει με το κεφάλι γεμάτο και την ψυχή στο 3%.
Οπότε άλλαξα γνώμη. Δεν θέλω να περιμένω να φτιάξει η ζωή για να γελάσω. Θέλω να γελάσω μέσα στα χαλασμένα της. Να μουτζουρωθεί η μάσκαρα. Να τσαλακωθεί η φωτογραφία. Να μην προλάβει κανείς να ανοίξει κάμερα.
Να με κοιτάξεις και να θυμηθώ για πέντε δευτερόλεπτα εκείνον τον άνθρωπο που ήμουν πριν μάθω πόσο κοστίζει το να μεγαλώνεις. Να θυμηθώ για λίγα δευτερόλεπτα εκείνον τον άνθρωπο που ήμουν πριν μάθω πώς οι άνθρωποι σε μαχαιρώνουν πισώπλατα και μετά σε κατηγορούν που δεν πέθανες από την αιμορραγία. Πριν μάθω πόσο εύκολα μιλάνε πίσω από πλάτες και μετά έρχονται μπροστά σου με το στόμα καθαρό και τα χέρια στις τσέπες.
Πριν δω ανθρώπους να πουλάνε το «δράμα» τους σαν πραμάτεια της μιας δεκάρας. Να το απλώνουν στον πάγκο, να το διαλαλούν, να ψάχνουν αγοραστές, χειροκρότημα, δικαίωση. Έμποροι γίναν οι άνθρωποι. Έμποροι συναισθήματος, πόνου, σχέσεων, ακόμα και αγάπης. Κι έχουν πάντα κάτι να σου πουλήσουν. Μια ενοχή. Μια μισή αλήθεια. Μια βολική εκδοχή της ιστορίας όπου εκείνοι είναι πάντα οι αδικημένοι κι εσύ ο κακός που δεν αγόρασε.
Και θυμώνουν όταν απορρίψεις τη σκαρταδούρα τους. Θυμώνουν περισσότερο όταν καταλάβουν πως τους κατάλαβες. Κι εσύ κάπου εκεί σταματάς να εξηγείς. Γιατί μεγαλώνοντας μαθαίνεις κι αυτό. Δεν είναι κάθε πάγκος αγορά. Και δεν είναι κάθε άνθρωπος που σου φωνάζει την πραμάτεια του άξιος να του δώσεις χώρο μέσα σου.
Έλα. Κάτσε απέναντί μου. Κοίτα με. Δεν χρειάζεται να πεις τίποτα. Κι αν γελάσεις πρώτος, κέρδισες. Αν γελάσω πρώτη, κέρδισα. Κι αν γελάσουμε μαζί; Εκεί, μάτια μου, κερδίσαμε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Μια στιγμή που δεν χρειάστηκε να προσποιηθούμε ότι είμαστε καλά. Ήμασταν.
