Γράφει η Αστέρω
Κι εκεί που έχει ηρεμήσει το μέσα μου κι έχω πάρει απόφαση πως δεν είναι γραμμένο πουθενά να συναντήσω εκείνον τον άνθρωπο που θα κουμπώσει το μέσα μου με το δικό του, που θα καταλαβαίνει από τη σκέτη καλημέρα μου πώς ξύπνησα σήμερα, και θα νιώθω από την απλή καληνύχτα του πόσο δύσκολη μέρα είχε, ήρθε η ίδια η ζωή αυτοπροσώπως να μου δώσει ένα γερό χαστούκι και να μου φωνάζει μέσα στα μούτρα.
Έσκυψα το κεφάλι. Χίλιες σκέψεις ταυτόχρονα. Πώς; Κι αν δεν; Και πάλι απ’ την αρχή; Αφού όλα είναι καταδικασμένα στην αποτυχία, ποιος ο λόγος. Δεν το αφήνουμε καλύτερα μη διαλυθεί και το τελευταίο τείχος που κρατάει ακόμα;
Κι εκείνη να ωρύεται:
«Είσαι ηλίθια κυρά μου; Σου έχω δώσει κι έχεις περάσει τις πιο απίθανα δύσκολες πίστες όλα αυτά τα χρόνια πάνω στη γη. Σου έστειλα ανθρώπους -που έπρεπε να διώξεις αλλά εσύ επέμενες -για να καταλάβεις τι αξίζεις. Σου έδωσα μαθήματα που άλλοτε τα έμαθες γρήγορα και κάποια άλλα έπρεπε να σου τα κοπανήσω στο κεφάλι τόσες πολλές φορές για να καταλάβεις. Σε χτύπησα, σε μάτωσα, στέρεψες από δάκρυα, σύρθηκες χιλιόμετρα και χιλιόμετρα. Μάτωσες, πόνεσες, πληγώθηκες, ούρλιαξες, έκανες άπειρα λάθη. Εσύ η ίδια έσκισες τις σάρκες σου και τρεφόσουν απ’ το δικό σου αίμα για μια δήθεν αγάπη. Και κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι. Κι επιβίωσες. Και πίστεψες πως όλα αυτά έγιναν μάταια; Κοίτα με στα μάτια και μη σκύβεις το κεφάλι, ακούς;»
Δεν είχα λόγια. Τι να της πω; Δεν ήξερα αν έπρεπε να την ευχαριστήσω ή να τη διαολοστείλω. Κοίταγα τις πληγές μου και για κάθε μία είχα μια ιστορία, έναν πόνο κι ένα δάκρυ. Πότε έφταιγα εγώ και πότε οι άλλοι. Κάποιες ματώνουν ακόμα.
Σήκωσα το κεφάλι την κοίταξα ίσια στα μάτια και τη ρώτησα με φωνή που δεν έβγαινε: «Γιατί;»
«Τον βλέπεις; Κατάλαβες τι θα πει αγάπη; Τι θα πει νοιάξιμο, ειλικρίνεια και μπέσα; Δεν αμφιβάλεις. Δε σε κάνει να αναρωτιέσαι. Σου λέει τι νιώθει. Είναι εκεί ακόμη κι όταν ο ίδιος προσπαθεί να ισορροπήσει στα δικές του πίστες που του έχω δώσει να περάσει. Και πέφτει και σηκώνεται, και λυγίζει και πονάει, αλλά είναι εκεί. Δεν τον ψάχνεις. Σε νιώθει, σε καταλαβαίνει, δε σε κρίνει και κυρίως δε φοβάται τα σκοτάδια σου και μένει. Και θέλει να τα ξέρει ένα-ένα. Κι όταν δεν του τα λες εσύ στα ρωτάει στα ίσια. Σου θυμώνει, σου γλυκαίνει, θέλει να είσαι καλά και να σε προστατεύει. Δεν κρύβεται κι ούτε μια στιγμή δεν είπε πως είναι τέλειος. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Αυτός είναι. Ό,τι περάσατε, ό,τι μάθατε, όσα σας πόνεσαν και όσα λάθη κι αν κάνατε ήταν όλα για να συναντηθείτε.»
Κούνησα καταφατικά το κεφάλι, και νομίζω της χαμογέλασα. Δε θυμάμαι, το κεφάλι μου κουδούνιζε ακόμη απ’ το χαστούκι της και από τα λόγια της.
«Τώρα σ’ αφήνω να το χαρείς και μην κρατήσεις τίποτα για σένα. Τούτος εδώ αξίζει ό,τι σου έκλεψαν οι προηγούμενοι. Κι αν φοβηθείς να του το πεις. Ξέρει τι να κάνει!», είπε φεύγοντας.
