Γράφει η Χρυστάλλα Σωτηρίου
Πόνεσα. Πόνεσα πολύ μα άντεξα. Άλλωστε στη ζωή μου έχω μάθει να συμφιλιώνομαι με τον πόνο. Ποτέ δεν έτρεξα να φύγω μακριά του. Αντίθετα, έπαιρνα φόρα και βούταγα πιο βαθιά. Έμεινα, λοιπόν, δίπλα σου. Ξεπέρασα όλα μου τα όρια και τις αντοχές, έκλαψα κι απελπίστηκα.
Εσύ ένιωσες πως όσο κι αν προσπαθείς είναι μάταιο κι εγώ ένιωσα πως ό,τι κι αν πω, ό,τι κι αν κάνω δεν είναι αρκετό για να κρατήσει ζωντανό τον έρωτά μας.
Έναν έρωτα παράφορο, γεμάτο εντάσεις και αντιφάσεις.
Έναν έρωτα με τα όλα του• μέρες, νύχτες, χάδια, αγκαλιές, ζήλιες, πάθη, λάθη, φιλιά, ατελείωτα βράδια στο κρεβάτι, τσακωμούς, χωρισμούς, επανασυνδέσεις…
Επικρατούσε για λίγο ηρεμία κι ύστερα πάλι ξεσπούσε η θύελλα. Μια θύελλα από θυμό και αγανάκτηση.
“Φτάνει! Ως εδώ! Φεύγω!”, σου φώναξα πολλές φορές μα ύστερα πάλι επέστρεψα και χώθηκα στην αγκαλιά σου. Έμεινα εκεί με την ελπίδα πως κάτι θα αλλάξει μα τίποτα δεν αλλάζει αν δεν αλλάξουμε πρώτα εμείς. Κι από γεννημένη επαναστάτρια βρέθηκα να συμβιβάζομαι με όλα αυτά που μισούσα• τα μέτρια, τα λίγο και τα ίσως που μου είχες φυλαγμένα.
Θα τα καταφέρεις, λοιπόν, αυτή τη φορά! Οι αντιδράσεις μου θα σταματήσουν και οι φωνές μου θα σωπάσουν. Δε θα κλάψω αυτή τη φορά ούτε και θα γελάσω. Δε θα σου πετάξω τα κλειδιά και δε θα ουρλιάξω “φεύγω”. Μα αυτή τη φορά που δεν θα σου πω “φεύγω”, μέσα μου θα ‘χω φύγει από καιρό. Αυτή τη φορά, λοιπόν, να τη φοβηθείς!
