Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Τη μέρα που ο εγωισμός κέρδισε το νοιάξιμο, σφύριξε η λήξη. Όχι τη μέρα που σταματήσατε να μιλάτε. Ούτε όταν αρχίσατε να μαθαίνετε τα νέα ο ένας του άλλου από τρίτους και από φωτογραφίες στα social. Η φιλία είχε τελειώσει πολύ νωρίτερα. Τότε που το «να πάρω ένα τηλέφωνο;» έγινε «ας πάρει κι εκείνος μια φορά». Τότε που το νοιάξιμο μπήκε στη ζυγαριά και άρχισε η λογιστική. Ποιος έστειλε τελευταίος μήνυμα, ποιος θυμήθηκε τα γενέθλια, ποιος έδειξε περισσότερο ενδιαφέρον. Σαν να υπήρχε ποτέ νικητής σε αυτό το παιχνίδι.
Τι νομίζεις πως είναι οι φιλίες; Ένα «δεν βαριέσαι», ένα «θα τα πούμε», ένα «έχουμε όλοι τις ζωές μας» και όλα καλά; Ναι, έχουμε όλοι ζωές. Δουλειές, παιδιά, υποχρεώσεις, άγχη. Αλλά έχουμε και δύο λεπτά να πάρουμε έναν άνθρωπο που κάποτε ορκιζόμασταν πως θα είναι για πάντα στη ζωή μας.
Ξέρεις πόσο εύκολο είναι να χαθείς;
Πόσο εύκολο είναι να συμβούν τα σοβαρά και να μη μάθεις ποτέ τίποτα για έναν άνθρωπο που κάποτε αποκαλούσες «δικό σου»;
Να αρρωστήσει.
Να ζήσει άλλη μια απώλεια..
Να ζει μια (κατά)θλιψη..
Να παλέψει μόνος του με πράγματα που εσύ θα ήθελες να είσαι εκεί να κρατήσεις λίγο από το βάρος τους.
Κι εσύ να μη μάθεις τίποτα.
Όχι γιατί δεν μπορούσες.
Γιατί δεν τηλεφώνησες.
Γιατί περίμενες.
Γιατί σκέφτηκες ότι «αν ήθελε, θα με έπαιρνε».
Οι ζωές αλλάζουν.
Οι άνθρωποι αλλάζουν.
Οι συνθήκες αλλάζουν.
Και κάποια στιγμή συνειδητοποιείς πως δεν χάθηκε μόνο η επαφή.
Χάθηκε ολόκληρο ένα κομμάτι από τη ζωή ενός ανθρώπου που κάποτε ήξερες απ’ έξω.
Το πιο θλιβερό δεν είναι ότι τελειώνουν οι φιλίες.
Είναι ότι μερικές πεθαίνουν από αδιαφορία που μεταμφιέστηκε σε εγωισμό.
Και τότε δεν μένει τίποτα να αποδείξεις.
Ούτε ποιος είχε δίκιο.
Ούτε ποιος περίμενε περισσότερο.
Μένει μόνο η σκέψη ότι ίσως ένα τηλεφώνημα, ένα «πώς είσαι;», ένα «σε σκέφτηκα», να ήταν αρκετό για να μη γίνουν δύο άνθρωποι ξένοι.
Και αυτό είναι ένα βάρος που, όταν το καταλάβεις, δεν το σηκώνει εύκολα ούτε ο πιο μεγάλος εγωισμός.
