Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Τα αυτονόητά σου και τα αυτονόητά μου δεν ήταν ποτέ τα ίδια. Εκεί κάναμε το πρώτο λάθος. Πιστέψαμε ότι επειδή κάποτε καταλαβαινόμασταν με μισή κουβέντα, θα καταλαβαινόμασταν για πάντα και χωρίς καμία.
Εγώ θεωρούσα αυτονόητο να νοιάζεσαι και να το δείχνεις. Εσύ θεωρούσες πως αφού το ξέρω, δεν χρειάζεται να το δείχνεις. Εγώ περίμενα να ρωτήσεις. Εσύ περίμενες να σου πω. Εγώ θύμωνα που δεν έβλεπες. Εσύ θύμωνες που δεν μιλούσα.
Ωραία τα καταφέραμε.
Κάποτε τα δεδομένα σου και τα δεδομένα μου ήταν μία ιστορία. Είχαμε λέξεις που καταλάβαιναν μόνο δύο άνθρωποι. Γελούσαμε με πράγματα που δεν μπορούσαμε καν να εξηγήσουμε στους άλλους. Ξέραμε τις λεπτομέρειες, τις παραξενιές, εκείνα τα μικρά ασήμαντα που τελικά είναι τα μόνα σημαντικά όταν γνωρίζεις πραγματικά κάποιον.
Και μετά αρχίσαμε να θεωρούμε δεδομένο ότι όλα αυτά θα υπάρχουν αύριο.
Δεν υπήρχαν.
Δεν έγινε κάποια μεγάλη καταστροφή. Μακάρι. Θα είχαμε τουλάχιστον κάτι συγκεκριμένο να κατηγορήσουμε. Μας έφαγαν τα μικρά. Τα «άσε τώρα». Τα «δεν έχω διάθεση». Τα μηνύματα που απαντήθηκαν ξερά. Οι φορές που κάτι πείραξε και το καταπιήκαμε γιατί βαριόμασταν άλλη μία κουβέντα. Οι μέρες που δεν ψάξαμε ο ένας τον άλλον και, ακόμη χειρότερα, δεν μας έλειψε αμέσως.
Μέχρι που μια μέρα δεν υπήρχε τίποτα να διορθώσουμε.
Υπήρχαν απλώς δύο άνθρωποι που θυμούνταν πολύ καλά πώς ήταν κάποτε μαζί και δεν ήξεραν πια τι να πουν ο ένας στον άλλον.
Και τώρα αναρωτιόμαστε πού χαθήκαμε.
Πουθενά συγκεκριμένα.
Αυτό είναι το άσχημο.
Δεν χάνεσαι πάντα φεύγοντας.
Καμιά φορά μένεις ακριβώς εκεί, απέναντι από τον άλλον, και σταματάς λίγο λίγο να τον φτάνεις.
Μέχρι που γίνεστε δύο άνθρωποι με κοινές αναμνήσεις και καμία κοινή καθημερινότητα.
Και τότε καταλαβαίνεις το πιο άβολο.
Δεν τελείωσαν όσα είχαμε να πούμε.
Σταματήσαμε να είμαστε οι άνθρωποι στους οποίους θέλαμε να τα πούμε.
