Γράφει η Πράξια Αρέστη
Πέρασα τη μισή μου ζωή μαθαίνοντας να αγαπώ, μαθαίνοντας να σε αγαπώ, με τρόπο που να μην εξυπηρετεί εμένα αλλά το εμείς.
Πέρασα την άλλη μισή μου ζωή προσπαθώντας να μην σε αγαπώ όταν έφευγες. Να μη σε αγαπώ ερωτικά τουλάχιστον, να μη σε πεθυμώ, να μη σε ζητώ, να μην σε ενοχλώ, να μην σε απαιτώ.
Ποια ήταν η θέση μου στη ζωή σου; Έμοιαζα με θεατής που έμπαινε πάντα ξαφνικά σε θέατρο χωρίς εισιτήριο με τις περισσότερες θέσεις να είναι πιασμένες και δεν ήξερε που να καθίσει. Και που σύντομα θα έπρεπε να είχε φύγει προτού τον πετάξουν έξω με τις κλωτσιές.
Πόσο σημαντική ήμουν άραγε για σένα;
Ήμουν ακόμη ένα πρόσωπο στο πλήθος ή κάτι παραπάνω; Πόσο κοντά ή πόσο μακριά έπρεπε να μένω; Ήμουν πάντα τόσο συγχυσμένη κι εγώ τον έρωτα τον ήξερα ως απλά μαθηματικά. Ένα και ένα μας κάνουν ένα. Και η υπόθεση κλείνει εκεί. Ένα ολόκληρο και ένα μισό δεν μας δίνουν κάτι ακέραιο.
Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς να ζήσω χωρίς εσένα.
Και η αλήθεια είναι πώς ακόμα δεν έμαθα ούτε πώς να σε αγαπώ χωρίς να ζητώ και κάτι από σένα για τον εαυτό μου, ούτε πώς να μη σ’ αγαπώ, χωρίς να πονάω όταν δεν έρχεσαι.
Δεν ξέρω καν πώς να περιμένω. Κάνω απελπισμένες κινήσεις και πνίγομαι, σαν άνθρωπο που τον έριξαν στα κύματα χωρίς να ξέρει κολύμπι και του είπαν για να ζήσεις, μάθε να κολυμπάς.
Θέλω τόσο πολύ να σε βγάλω από μέσα μου να μην με νοιάζει τι κάνεις, που είσαι, πότε θα έρθεις, όμως, από την άλλη αν σε βγάλω από μέσα μου θα αδειάσω. Εντελώς. Δε θα μπορώ πια να νιώσω απολύτως τίποτα. Και ξέρεις ποια είναι η διαφορά της ζωής και του θανάτου; Το ότι νιώθουμε. Αυτή είναι η μόνη διαφορά. Αν υπάρχεις και δε νιώθεις είναι σαν να μην ζεις πια.
Νιώθω πώς οι ζωές μας, οι ψυχές μας, συνδέονται με κάποιο τρόπο μαγικό. Πάντα θα συνδέονται κι ας μην είμαστε μαζί κι ας μη μιλάμε, πάλι θα επικοινωνούμε, χωρίς να λέμε λέξη. Μόνο με τη σκέψη, σαν τηλεπάθεια. Κι έτσι δεν είμαι ποτέ μόνη. Αν και η απουσία σου αφήνει τα σημάδια της στο σώμα μου, πάντα σε νιώθω εκεί να μου μιλάς, να με ακούς.
Και μπορεί να μην είμαι σίγουρη για τίποτα πια, όμως, ξέρω ότι θέλω να είσαι καλά, ευτυχισμένος, κι ας μην είμαι στη ζωή σου. Και ξέρω ότι νοιάζομαι και σ’ αγαπώ σαν φίλο, σαν εραστή, σαν οικογένεια πια. Και ξέρω πως κι αν εσύ μ’ αγαπάς, θα ‘ρθεις…
