Γράφει η Μαρία Κυπραίου
Πονάει ό,τι φεύγει και ό,τι σε ξεχνάει. Πονάει πολύ, ακόμα κι αν δεν το δείχνεις. Πονάει πολύ, ακόμα κι αν γελάς και δεν το λες πουθενά. Γιατί δεν μπορείς να το μοιραστείς με κανέναν. Θα σου πουν «μα καλά, πώς κάνεις έτσι; Ήταν κάτι και τελείωσε». Αλλά εσένα το μέσα σου καίγεται.
Δεν ήθελες να τελειώσει. Δεν ήθελες να πάψει να υπάρχει εκεί τριγύρω. Να σε διεκδικεί, να σε κοιτάζει. Και παρόλο που πολλοί έχουν ζήσει κάτι παρόμοιο, οι ίδιοι θα σου πουν «σιγά το πράγμα». Όμως αυτή η φωτιά που δεν λέει να πάψει, που δεν λέει να σβήσει, σε καίει από μέσα προς τα έξω.
Τα δάκρυα στέρεψαν, η καρδιά μάτωσε λίγο παραπάνω και η ψυχή πονάει πιο πολύ από όσο μπορείς να αντέξεις. Όμως βγαίνεις έξω και χαμογελάς, σαν να μην έγινε ποτέ. Σαν να μην πόνεσες ούτε λίγο.
Περνάνε οι μέρες, περνάει ο καιρός, όλοι νομίζουν πως είσαι καλά. Δουλεύεις πολύ για να ξεχάσεις, βγαίνεις για να ξεχάσεις, γελάς σαν να ξέχασες. Μα όταν κλείνεις την πόρτα πίσω σου, καταρρέεις. Βουλιάζεις κάθε βράδυ όλο και περισσότερο.
Τα άδεια μπουκάλια, τα τελειωμένα πακέτα τσιγάρων, τα πεταμένα ολόγυρα πράγματά του και οι φωτογραφίες σας μαρτυρούν πως, ακόμα κι αν πέρασαν μερικοί μήνες, τίποτα δεν άλλαξε κι ας άλλαξαν τα πάντα.
Πόσο καιρό θα πάρει, αναρωτιέσαι. Και πέφτεις στο κρεβάτι με τα ρούχα μέχρι να σε πάρει ο ύπνος. Να μη σκέφτεσαι πια, να σταματήσεις για λίγο να νιώθεις. Να πάψει λίγο η ψυχή να πονά.
