Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ήρεμη στιγμή στον κόσμο από εκείνη. Εκείνη που σβήνουν οι άμυνες, που η ανάσα σου βαραίνει και το πρόσωπό σου ησυχάζει.
Σε χαζεύω.
Όχι με την αδιάκριτη ματιά κάποιου που απλώς κοιτάζει. Αλλά με εκείνη τη ματιά που θέλει να σε μάθει, να σε κρατήσει, να σε αποτυπώσει στο μυαλό του σαν φωτογραφία που δεν θα ξεθωριάσει ποτέ.
Τη μέρα, είσαι ορμητική. Μιλάς, γελάς, θυμώνεις, διεκδικείς. Μα όταν κοιμάσαι… είσαι αλλιώς. Λες και όλα όσα κουβαλάς μέσα σου ηρεμούν, και γίνεσαι πάλι εκείνο το παιδί που δεν φοβάται τίποτα. Εκείνο που πιστεύει πως το αύριο θα είναι πάντα πιο όμορφο από το σήμερα.
Και ξέρεις ποιο είναι το πιο παράξενο;
Ότι μέσα σε αυτή τη σιωπή, εγώ καταλαβαίνω τα πάντα.
Σε νιώθω περισσότερο απ’ ό,τι όταν μιλάς. Σε αγγίζω με το βλέμμα μου κι ας μη σου λέω τίποτα. Κι αν μπορούσα να σου ψιθυρίσω κάτι εκείνη τη στιγμή, θα ήταν πως… δεν έχω ανάγκη τίποτα άλλο.
Όχι μεγάλα λόγια, όχι περίπλοκα συναισθήματα.
Το μόνο που θέλω είναι αυτό.
Να σε χαζεύω όταν κοιμάσαι.
Γιατί, κάπου εκεί, ανάμεσα στις αργές σου αναπνοές και στα χέρια σου που τυλίγονται γύρω μου μέσα στον ύπνο σου, ξέρω πως ανήκω.
