Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Δεν θέλω έναν έρωτα που να μοιάζει με σύμβαση.
Δεν θέλω να γίνουμε δύο άνθρωποι που ξέρουν ακριβώς τι θα πει ο ένας στον άλλον πριν καν ανοίξει το στόμα του. Δεν θέλω να γίνουμε εκείνο το ζευγάρι που κάθεται απέναντι στο ίδιο τραπέζι και δεν έχει τίποτα πια να ανακαλύψει.
Θέλω να μείνουμε παιδιά.
Όχι ανώριμοι.
Παιδιά.
Να μπορούμε ακόμα να γελάμε με βλακείες που κανείς άλλος δεν βρίσκει αστείες. Να κάνουμε σχέδια στις δύο τα ξημερώματα που πιθανότατα δεν θα πραγματοποιηθούν ποτέ. Να περπατάμε σε άγνωστους δρόμους χωρίς λόγο. Να βρίσκουμε αφορμές εκεί που οι άλλοι βλέπουν συνήθεια.
Γιατί ο χρόνος δεν σκοτώνει τον έρωτα.
Η προβλεψιμότητα τον σκοτώνει.
Η μέρα που θα σταματήσουμε να είμαστε περίεργοι ο ένας για τον άλλον θα είναι πολύ πιο επικίνδυνη από οποιονδήποτε καβγά.
Γι’ αυτό θέλω να μεγαλώσουμε χωρίς να γίνουμε βαρετοί.
Να αλλάζουμε.
Να ξαφνιαζόμαστε.
Να συναντιόμαστε ξανά και ξανά μέσα στις νέες εκδοχές του εαυτού μας.
Να μη θεωρήσουμε ποτέ δεδομένο το χέρι που κρατάμε.
Να μην πούμε ποτέ «τον ξέρω πια».
Γιατί κανείς δεν τελειώνει.
Οι άνθρωποι είναι βιβλία που γράφονται μέχρι την τελευταία τους σελίδα.
Κι εγώ θέλω να διαβάζω κάθε καινούργιο κεφάλαιό σου.
Θέλω να είμαστε ογδόντα χρονών και να έχουμε ακόμα μικρές συνωμοσίες μεταξύ μας.
Να κλέβουμε στιγμές από τη σοβαρότητα του κόσμου.
Να κοιταζόμαστε και να καταλαβαίνουμε πράγματα που δεν χρειάζονται εξήγηση.
Να έχουμε ρυτίδες στα πρόσωπα και σπίθες στα μάτια.
Να μας βαραίνουν τα χρόνια αλλά όχι η ψυχή.
Γιατί τελικά δεν είναι σπουδαίο να βρεις κάποιον να περάσεις τη ζωή σου μαζί του.
Σπουδαίο είναι να βρεις κάποιον με τον οποίο δεν θα πάψεις ποτέ να παίζεις.
Και αν μου ευχηθείς κάτι για το μέλλον, μη μου ευχηθείς αιώνια αγάπη.
Ευχήσου μου να μη χάσουμε ποτέ εκείνο το παιδί που έτρεξε πρώτο στην αγκαλιά του άλλου.
