Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Σε προσκάλεσαν μια μέρα!
Σου είπανε, κόπιασε στην τρανή γιορτή μας, μας είσαι απαραίτητος.
Σου είπανε, σε περιμένουμε, κι αν δεν έρθεις πολύ θα στεναχωρεθούμε.
Κι εσύ τους πίστεψες!
Κι όλη την μέρα ετοιμαζόσουνα, έκαμες μπάνιο με τα καλά σου αφρόλουτρα, έλουσες τα μαλλιά σου και τα χτένισες για να είσαι ωραίος, έβαλες το καλό σου το άρωμα για να μυρίζεις όμορφα. Μέχρι και καινούριο κουστούμι πηγές κι αγόρασες, ευκολόπιστε, για να μην σε περιγελάσουν όλοι αυτοί με τα ακριβά τα ρούχα τους, που τα δικά σου ήτανε βλέπεις φτωχικά και δίχως φίρμα.
Γυάλισες τα μαύρα τα δερμάτινα παπούτσια σου. Πηγές και πήρες δώρο, μην πας και με άδεια τα χέρια σου και σε κουτσομπολέψουνε, γιατί δεν το άντεχε η υπερηφάνεια σου!
Κι όταν πια νύχτωσε, ξεκίνησες να πας στο αρχοντικό τους.
Μα όταν έφτασες και κοντοστάθηκες μπρος στην μεγάλη πόρτα τους, κι από μέσα ακουγόταν χαχανητά και μουσικές, αυτή ήτανε κλειδωμένη!
Χτύπησες, ξανά – χτύπησες. Περίμενες. Πάτησες το κουδούνι τους, μα δεν σου άνοιξαν ποτέ…
Κι εκεί ήταν που κατάλαβες, πως όσο πιο μεγάλες οι πόρτες, όσο πιο αρχοντικά τα σπίτια τους, όσο πιο ευχάριστα τα λόγια τους, τόσο δεν έχεις θέση εσύ σε όλα αυτά, γιατί είναι ψεύτικα και εσένα πάντα τα ψεύτικα σου έφερναν αναγούλα.
Τότε ήταν που το κατάλαβες, πως οι προσκλήσεις τους ήτανε για τους τύπους κι όχι γιατί σε ήθελαν, πως ότι σου είπανε, στο είπανε για να κάμουν την δουλειά τους, κι ύστερα, έξω από την πόρτα τους!
Μα να σου πω και κάτι;
Καλύτερα λεβέντη μου, καλύτερα που εσύ ήσουνα εκεί, κι ας μην σου άνοιξαν, για να μην έχουν να σου λένε και βγούνε κι από πάνω…
Καλύτερα, που τελικά δεν μπλέχτηκε η γιομάτη σου ψυχή, με τα κενά τους σώματα.
Καλύτερα, που δεν μπήκες εκεί μέσα, γιατί εσύ μοσχοβολούσες και μέσα σου κι απ’ έξω, κι εκεί βρόμαγε σαπίλα και πουστιά.
Καλύτερα σου λέω, που δεν ανακατώθηκες με τους αγύρτες, δεν έχεις σχέση εσύ με αυτούς, αυτοί είναι πεθαμένοι.
Λίγη από την ζωντάνια σου ήθελαν μόνο να κλέψουνε, λίγη από την ψυχή σου ήθελαν να γευτούνε, λίγη από την μπέσα κι από την ανθρωπιά σου ήθελαν να μυρίσουνε, κι ύστερα, να σε διώξουν, γιατί ούτε κι αυτοί την αντέχουνε την μοσχοβολιά σου, μα ούτε κι εσύ την μπόχα τους αντέχεις!
Καλύτερα που χαχάνιζαν λοιπόν και που οι μουσικές τους σκεπάσαν τα καλέσματα σου, γλίτωσες την ψυχή σου, που στόχο σου την έβαλαν, πήρες το μάθημα σου κι είσαι ακόμα καθαρός κι αυτοί μες στα σκατά τους.
