Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Ξέρεις, κάποτε οι αποχαιρετισμοί δεν είναι θεατρικοί. Δεν έχουν δράματα, φωνές και εκκωφαντικά «αντίο». Δεν πετάνε πόρτες, δεν σκίζουν ουρανούς, δεν σβήνουν φωτιές με θυμό.
Μερικές φορές, ο αποχαιρετισμός είναι απλά ένα άδειο χαμόγελο και ένα «να προσέχεις». Μια φράση που την εννοείς και δεν τη λες για να ακουστεί ωραία. Ένας κόμπος στο στομάχι που δεν φωνάζει, δεν σπάει, δεν λυγίζει. Απλά υπάρχει.
Κι έτσι έφυγα.
Δεν έμεινε κάτι να σπάσει, γιατί ό,τι ήταν να διαλυθεί, το διαλύσαμε καιρό πριν. Δεν έμεινε ούτε απογοήτευση, γιατί κι αυτή κάποτε κουράζεται και σηκώνεται και φεύγει.
Ξέρεις τι μένει όμως; Η έννοια.
Εκείνη η ριμάδα η έννοια που σου μαθαίνουν από μικρή πως πρέπει να έχεις για όσους αγαπάς. Εκείνη που δεν φεύγει, δεν κάνει fade out, δεν διαγράφεται με delete.
Να τρως. Να κοιμάσαι. Να προσέχεις στις διαδρομές που κάνεις βιαστικά και αφηρημένα. Να ντύνεσαι καλά γιατί η άνοιξη είναι ύπουλη και το ξέρεις.
Αλλά κοίτα να δεις ειρωνεία… Όσο δεν είχα όρια σε εσένα, έχανα τα δικά μου. Κι όταν έβαλα όρια σε εσένα… βρήκα εμένα και έχασα εσένα. Και ξέρεις κάτι; Δεν με πειράζει. Γιατί πλέον καταλαβαίνω ότι η μεγαλύτερη απώλεια ήταν να χάνω εμένα κάθε μέρα για να κρατάω εσένα.
Δεν θα σε ψάξω, δεν θα σε ρωτήσω, δεν θα αναζητήσω τίποτα. Ο κύκλος έκλεισε, αλλά κάποιοι άνθρωποι δεν βγαίνουν ποτέ πραγματικά από μέσα μας. Δεν έχουν πια θέση στην καθημερινότητα, αλλά θα είναι πάντα εκεί, σε μια μικρή γωνιά του μυαλού, σαν υπότιτλοι σε μια ταινία που δε βλέπεις πια, αλλά ακόμα θυμάσαι τις ατάκες.
Και κάπως έτσι σε αφήνω.
Όχι γιατί δεν σ’ αγαπώ.
Αλλά γιατί, επιτέλους, έμαθα να αγαπώ κι εμένα.
