Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Ξέρεις τι; Αυτή τη φορά δεν θα κάτσω να μαζέψω τα κομμάτια. Δεν θα γονατίσω ξανά στο πάτωμα για να προσπαθήσω να κολλήσω ό,τι έσπασες. Όχι. Θα τα αφήσω εκεί, κάτω, δικά σου. Γιατί δικά σου είναι. Εσύ τα έσπασες, εσύ να τα μαζέψεις.
Εγώ τελείωσα. Τελείωσα με το να προσπαθώ να σώσω κάτι που πάντα κατέληγε να γίνεται σκόνη στα χέρια μου. Τελείωσα με το να κουβαλάω βάρη που δεν είναι δικά μου. Αυτή τη φορά, δεν θα τρέξω πίσω σου. Δεν θα γίνω ο ήρωας της δικής σου ιστορίας αυτοκαταστροφής.
Ξέρεις τι είναι το πιο ειρωνικό; Πως ακόμα κι όταν έφευγες, άφηνες πίσω σου κάτι. Ένα βλέμμα, μια λέξη, μια ανάμνηση αρκετή να με κρατήσει ξύπνιο. Αλλά τώρα δεν αφήνεις τίποτα. Μόνο τα σπασμένα. Και το χειρότερο; Δεν σε νοιάζει. Δεν σε νοιάζει τι άφησες πίσω. Δεν σε νοιάζει τι καταστρέφεις.
Αλλά ξέρεις κάτι; Εμένα με νοιάζει. Όχι για εσένα. Για εμένα. Με νοιάζει να μη γυρίσω πίσω. Με νοιάζει να μη σταθώ ξανά μπροστά σου, έτοιμος να φτιάξω ό,τι εσύ πετάς. Με νοιάζει να κρατήσω ό,τι απέμεινε δικό μου.
Δεν ξέρω τι κάνεις με ό,τι καταστρέφεις. Μπορεί να γελάς, να το ξεχνάς, να το πετάς σε κάποια γωνία. Αλλά εγώ, έμαθα πια. Ό,τι έσπασε, το αφήνω πίσω. Δεν το μαζεύω. Δεν το αγγίζω. Το αφήνω εκεί, όπου το πέταξες.
Κι αν νομίζεις ότι αυτό με κάνει πιο σκληρό, έχεις δίκιο. Με κάνει. Γιατί η σκληρότητα δεν είναι αδυναμία. Είναι η άμυνα που χτίζεις όταν καταλαβαίνεις ότι δεν είσαι εδώ για να σώζεις τα πάντα. Είσαι εδώ για να σώσεις εσένα.
Οπότε, πάρε τα σπασμένα σου. Ή άφησέ τα. Δεν με νοιάζει. Εγώ συνεχίζω. Γιατί εσύ καταστρέφεις. Εγώ, όμως, ξέρω να φτιάχνω. Αρκεί να αξίζει. Και εσύ… απλά δεν αξίζεις πια.
