Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Ό,τι κι αν γίνει, πάντα γυρνάμε.
Μπορεί να περάσουν μέρες που μοιάζουν ατελείωτες, να γεμίσουμε χιλιόμετρα και σιωπές ανάμεσα μας.
Μπορεί να ζήσουμε άλλες ζωές, να χαθούμε σε άλλες παρέες, να μάθουμε να μιλάμε σε άλλες γλώσσες.
Κι όμως, πάντα υπάρχει μια στιγμή που η πυξίδα δείχνει προς τον ίδιο προορισμό: πίσω.
Δεν έχει να κάνει με αδυναμία.
Δεν έχει να κάνει με το ότι δεν μπορούμε να σταθούμε μόνοι μας.
Έχει να κάνει με την αλήθεια που δεν μπορείς να διαγράψεις.
Όταν έχεις συναντήσει κάποιον που σε ξέρει μέχρι τον πυρήνα σου, όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν με χάρτινες κατασκευές.
Όμορφες για λίγο, αλλά αδύναμες μπροστά στην πρώτη καταιγίδα.
Ό,τι κι αν γίνει, πάντα γυρνάμε.
Ακόμα κι όταν έχουμε πει τα πιο βαριά λόγια, ακόμα κι όταν έχουμε κλείσει πόρτες με δύναμη.
Γυρνάμε γιατί, όσο κι αν προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας πως τελείωσε, πάντα υπάρχει εκείνη η μικρή, ενοχλητική φωνή που ψιθυρίζει: «Δεν τελειώσατε».
Η επιστροφή δεν είναι πάντα θριαμβευτική.
Μπορεί να είναι αμήχανη, μπορεί να είναι σιωπηλή, μπορεί να είναι γεμάτη αναμνήσεις που πονούν.
Αλλά έρχεται.
Γιατί η απόσταση μπορεί να αποδυναμώσει τις λέξεις, αλλά ποτέ δεν σβήνει την ουσία.
Μερικοί το λένε κύκλο.
Άλλοι το λένε μοτίβο.
Εγώ το λέω αναπόφευκτο.
Γιατί σε κάθε διαδρομή που δοκιμάζω, σε κάθε στροφή που παίρνω, υπάρχει πάντα εκείνη η ευθεία που οδηγεί πάλι σε σένα.
Κι αν με ρωτήσεις γιατί, δεν θα σου δώσω μεγάλη εξήγηση.
Δεν είναι λογικό, δεν είναι προγραμματισμένο.
Είναι το ένστικτο που ξέρει ότι, όταν όλα γύρω σου γκρεμίζονται, υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορείς να σταθείς δίπλα του και να νιώσεις ότι είσαι ξανά ολόκληρος.
Ό,τι κι αν γίνει, πάντα γυρνάμε.
Όχι γιατί δεν μάθαμε να ζούμε χώρια, αλλά γιατί δεν θέλουμε να μάθουμε.
