Γράφει η Ζωή Τριανταφυλλοπούλου
Εγώ για σένα λιμάνι. Θα ημερευω τα κύματα μου, θα φρεναρω το ιλιγγιωδες θέλω μου. Για να μπορείς να αραζεις το φουρτουνιασμενο σου σκαρί από τις αγριεμενες θάλασσες που αρμενιζεις στην αναζήτηση του δίκαια αυτονόητου. Χωρίς παράπονο κι απαίτηση αλλαγής συνθήκης.
Εγώ για σένα σπηλιά, να κρύβεσαι από το κυνηγητό του κόσμου που όλο κάτι θέλει από σένα. Λημέρι του πολίτη όχι του ληστή που σταματά γι ανάπαυλα πριν την επόμενη εξόρμηση του.
Εγώ για σένα αγκαλιά, πάντα μεγάλη, πάντα έτοιμη να σε δεχτεί, να σε κρατήσει χωρίς γιατί κι ερωτήσεις.
Εγώ για σένα χαμόγελο κι αυτιά συντονισμένα ανοιχτά σ’ όσα μυστικά ή κι ανομολογητα θες να πεις σαν σ’ εξομολόγηση στον εαυτό σου. Χωρίς κριτική. Καμιά…
Εγώ για σένα μαξιλάρι. Ολόκληρη. Να ξαπλώνεις πάνω μου να ξεκουράζεις το κουρασμένο από σκοτούρες κι έννοιες κορμί σου.
Εγώ για σένα σκιά και προσευχή. Για να αντέχεις, να προχωράς. Να στέκεσαι όρθιος και γερός στα χρέη της ζωής που έστησες για να επιβεβαιωνεσαι στη βόλτα σου εδώ πάνω .
Εγώ για σένα ο,τι χρειάζεσαι γι’ αυτό που ορίζεις αποδοχή απόλυτη χωρίς εξαιρέσεις.
Εγώ για σένα συνομωτης για κάθε φορά που θα θες να δραπετεύεις από όλα κι όλους και να πέφτεις με τη λαχτάρα ενός μικρού παιδιού στο βάζο με το γλυκό που λέγεται ανέμελη ζωή.
Εσύ για μένα σιωπή…
Και μέσα σ’ αυτή η δική μου σαν από πάντα αγάπη!
Για σένα.
Και μόνο…
