Γράφει η Ματίνα Νικάκη – MaGio
Ναι, έχω φοβηθεί πολλές φορές. Έχω νιώσει την καρδιά μου να χτυπάει τόσο γρήγορα, που νόμιζα ότι θα σπάσει.
Ακουμπούσα το χέρι μου ασυναίσθητα στο στήθος μου να την ηρεμήσω. Τις περισσότερες φορές τα κατάφερνα.
Όχι πάντα όμως.
Κι ο φόβος δεν παλεύεται ρε φίλε.
Δεν θέλω να φοβάμαι, δε θέλω να πρέπει να γίνομαι δυνατότερη μέσα από αυτόν.
Αδύναμη ήθελα να ’μαι.
Γιατί μέσα απ’ το φόβο ύψωσα τοίχους, έχτισα άμυνες, κλείστηκα. Για να προστατευτώ, να σωθώ, με αποτέλεσμα να μένω μόνη.
Από φόβο μην πονέσω, μήπως πληγωθώ. Με φόβους έθρεψα την πείνα μου για ζωή,
μα πώς να τη χορτάσω τη δόλια την ψυχή μου, που πεινούσε για συναίσθημα.
Ξέρεις πόσο σκληρό ήταν να νιώθω πως δε φοβάμαι τίποτα;
Κι αυτό να είναι ένα τεράστιο ψέμα.
Όχι γιατί αισθανόμουν υπεράνθρωπος,
αλλά γιατί τα τείχη που είχα υψώσει, είχαν καλύψει ακόμα και τον ουρανό μου.
Επίγεια, συναισθηματικά υπόγεια μπουντρούμια.
Εγώ την έθαψα την ψυχή μου φίλε,
κι εκεί δεν πρόκειται ποτέ να τη βρεις.
Είναι εκεί κάτω, κλεισμένη και παγωμένη.
Ακόμα κι η καρδιά μου, ίσα ίσα που χτυπάει.
Τόσο όσο για να ζω.
Ζω; Ή όχι;
Εγώ η έξυπνη το έκανα αυτό.
Γιατί κάποτε αυτό έκρινα πως έπρεπε να κάνω.
Δεν ήταν αυτό που πραγματικά ήθελα.
Φωνάζει εκεί κάτω κι εγώ την ακούω κι ας ξεγελιέμαι με τις δικαιολογίες του μυαλού μου.
Γιατί είναι μεγάλος ψεύτης το μυαλό, ενώ η ψυχή, ξέρει!
Φωνάζει, πάγωσε.
Φωνάζει, τον αδίστακτο το λυτρωτή της, που θα νικήσει τους φόβους μου έναν έναν.
Θα αρχίσει να γκρεμίζει το δικό μου περίτεχνο οικοδόμημα και θα ρίχνει σ’ εκείνο το μπουντρούμι φως.
Θα με νικάει.
Θα κατεβαίνει με υπομονή, ένα σκαλί κάθε μέρα.
Θα φεύγουν οι φόβοι μου ηττημένοι.
Και ολοένα και περισσότερο θα ζεστάνει η καρδιά μου.
Θα βρίσκει τη σωστή της λειτουργία.
Και δεν είμαι απαισιόδοξη, θλιμμένη είμαι.
Που ακόμα και στα όνειρα που κάνω βρίσκω ελαττώματα.
Και θέλω να έρθει η ώρα εκείνη, που θα σταθώ στο χείλος του κόσμου και θα φωνάξω:
“Δε φοβάμαι!”
Με μια καρδιά ζεστή να χτυπάει στο στήθος μου.
Έλα εσύ και νίκησε τους φόβους μου.
Και όλοι αυτοί οι δήμιοι, που μ’ έκαναν να φοβάμαι,
να το βουλώσουν.
Γιατί δεν ξέρουν πώς είναι να ζεις
με μία καρδιά φοβισμένη.
