Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Παιδί μου! Πως είσαι;
Πατέρα μου! Ήρθες; Κάτσε να στα πω…
Αντέχω πατέρα, τα καταφέρνω καλά.
Και ας με χτυπάει ο αέρας και ας με παγώνει ο βοριάς.
Και ας με πλάκωσαν σιωπές και ας με τρυπάνε καρφιά.
Παλεύω πατέρα, όπως με έμαθες και όπως μου έδειξες.
Και ας με σκέπασαν θάλασσες, και ας με θάψαν βουνά.
Τρέχω, για να προλάβω Αγγέλους, για να ξεφύγω από τέρατα και για να σβήσω φωτιές.
Και σταματάω!
Να πάρω ανάσες που κόβονται και για να κλείσω πληγές.
Γελάω πατέρα, με τους κριτές της ζωής μου, με τους “σπουδαίους” μικρούς.
Και θρηνώ!
Για όλα αυτά που τους χάρισα. Μα δεν το κάνω μπροστά τους.
Νικάω, μπορώ και στέκομαι όρθιος, μπορώ και βγάζω κραυγές.
Και χάνω!
Από απάλευτα βράδια μου και από αλλωνών ενοχές.
Λαθεύω πατέρα, μα είναι λάθη ανθρωπινά και μου ‘χεις μάθει ανθρωπιά.
Και πετυχαίνω!
Να κάνω μόνος μου βήματα, να κολυμπώ στα βαθιά.
Παίζω, με δοκιμάζω στα δύσκολα και με χρήζω αρχηγό.
Και με παίζουνε!
Σε παιχνίδια ανήθικα, σε παιχνίδια “κρυφτό”.
Πέφτω, γιατί έχω βάρος στην πλάτη μου, μα πιο πολύ στην καρδιά.
Και σηκώνομαι!
Γιατί έτσι κάποτε με έμαθες, να μην τους δίνω χαρά.
Κοροϊδεύομαι, από “μασκαράδες” φεγγάρια και από αστέρια σβηστά.
Και κοροϊδεύω!
Κάτι ανάξιους “ήρωες”, που ξεπουλιούνται φτηνά.
Φοβάμαι πατέρα, γιατί μου κλέψανε όνειρα και με φωνάζουν μικρό.
Και λυτρώνομαι!
Που βρίσκω κι άλλα στην τσέπη μου, που έχω ακόμη ουρανό.
Μεγαλώνω και έχω στερέψει από δάκρυα, τώρα πονάω βουβά.
Και μικραίνω!
Σε κάθε πέσιμο ψάχνομαι, αν είσαι κάπου κοντά.
Ξεχνάω πατέρα, τις φωτιές που με κάψανε και πάω και πέφτω ξανά.
Και θυμάμαι!
Κάτι ψεύτικα “αύριο” και μου είχαν τάξει πολλά.
Θυμώνω, με απάτες “για πάντα” που έγιναν “φεύγω άντε γεια”.
Και μαλακώνω!
Με ένα “γίνεται” που άκουσα και το κρατάω ψηλά.
Μισώ, που καλοκαίρια τους χάρισα και μου επιστρέψαν βροχές.
Και αγαπάω!
Γιατί έχω ακόμη πατέρα , κάτι δικές σου αγκαλιές.
Ξεσπάω, στον εαυτό μου τον βλάκα, που έχει μείνει παιδί.
Και μαζεύομαι!
Δικά σου λόγια φωνάζω, με την δική μου φωνή.
Γονατίζω, από αβασίλευτες μέρες και από δειλά ” Ωχ, βρε αδελφέ…”.
Και στέκομαι!
Στην μικρή μας αυλή, που πατέρας μυρίζει, που μυρίζει καφέ.
Σου χρωστάω πατέρα, ένα πουκάμισο ολόλευκο και μια καθάρια ματιά.
Και σε ξεχρέωσα!
Γιατί όσα μου πες τα φύλαξα, μες στη γροθιά μου σφιχτά.
Σου μοιάζω, που τους ανθρώπους τους πίστεψα και ας με πονέσαν πολύ.
Και συχωράω!
Γιατί κομμάτι σου είμαι, γιατί έχουμε ίδια ψυχή.
Πατέρα;
Που είσαι, έφυγες πάλι;
Όνειρο ήσουνα;
Πατέρα, να ξαναρθείς…μου λείπεις πατέρα!
