Γράφει ο Σάκης Χαλβαντζής.
– Ξενάκι μου, τι γυρεύεις; Ποιες εικόνες λησμονάς;
– Γυρεύω τον παλιό μου έρωτα. Εκείνον τον άσπιλο, τον πρώτο, τον παιδικό. Εκείνες τις εικόνες τις θέλω πίσω.
– Οι έρωτες έχουν να κάνουν με τις ψυχές των ανθρώπων κι όχι με εικόνες, Ξενάκι μου. Κι οι ψυχές των ανθρώπων ξεφτίζουν με τα χρόνια. Σιγά σιγά θα συνηθίσεις. Ξεκουράσου τώρα.
– Τι θα συνηθίσω;
– Τις ανηφόρες. Τον ίσκιο σου να σε κυνηγάει κι εσύ να τρέχεις λαχανιασμένος. Τους “γονατισμένους” ανθρώπους στο διάβα σου θα συνηθίσεις. Μαζί κι όλα εκείνα τα δήθεν καλωσορίσματα του έρωτα.
– Τις φορές που μιλάς για έρωτα, νομίζω ότι απομακρύνεσαι, φεύγεις. Έλα λίγο πιο κοντά. Σήκωσε το ανάστημά σου, θέλω να σε βλέπω.
– Τ’ανάστημά μου ολοένα πάει και λιγοστεύει. Βυθίζομαι όλο και περισσότερο.
– Γιατί; Γιατί;
– Συλλογίζομαι, νοσταλγώ, αναθεματίζω. Φτιάχνω ένα καλούπι με όλα αυτά και βουλιάζω μέσα του. Νιώθω τα χαμηλωμένα φώτα γύρω μου και αφήνομαι.
– Δεν είναι λύση το να αφήνεσαι.
– Στον έρωτα, μιας και μιλάμε για δαύτον, είναι η μόνη λύση. Δύσκολα γλιτώνεις. Οπότε αφήνεσαι κι όπου σε βγάλει.
– Κάθε φορά αφήνεσαι;
– Ξενάκι μου, το “κάθε φορά” σκοτώνει.
– Δεν μου απάντησες; Κάθε φορά αφήνεσαι;
– Κάθε φορά. Κάθε φορά..
– Και σε τι ελπίζεις; Γιατί συνεχίζεις και το κάνεις;
– Άμα σκάψεις και βρεις το “πλήγωμα”, λένε, βρίσκεις και το μυστικό που θα σε λυτρώσει.
– Το μυστικό; Ποιο μυστικό;
– Έχεις αντικρίσει ποτέ ήλιο ν’ανατέλλει ή ήλιο να δύει;
– Ήλιο σαν αυτόν εκεί, απέναντί μας;
– Ναι, ήλιο σαν αυτόν, εκεί, απέναντί μας.. απέναντί μας..
(Συνεχίζεται..)
