Γράφει η Λιάνα
Με το περίπου δεν κέρδισε ποτέ κανείς. Με τα ημίμετρα, πάντα κάτι μένει στη μέση και οι λογαριασμοί φαίνονται απλήρωτοι. Και με τις μόνιμες υποχωρήσεις, το μόνο που καταφέρνεις είναι να κατεβάζεις τον εαυτό σου πολλά σκαλιά πιο κάτω, από κει που είναι η αληθινή αξία σου.
Γι’ αυτό και γω, τιμώ τις αποφάσεις που πήρα, όταν κατάλαβα πως στη ζωή δεν υπάρχει μόνο το μαύρο και το άσπρο. Όταν ένιωσα πως οι άλλοι δεν έχουν μόνο ένα πρόσωπο. Όταν ξαφνικά, οι δικοί μου υποτιθέμενοι άνθρωποι, έγιναν οι πιο σκληροί ξένοι.
Δεν ψάχνω για απαντήσεις, δεν ρίχνω κατηγορώ από δω κι από κει. Σίγουρα η ευθύνη είναι μοιρασμένη και η ανοχή μου μάλλον παρερμηνεύτηκε και έκανε κάποιους να νομίζουν πως όλες οι πόρτες μου είναι ανοιχτές, όλες οι αντοχές μου δυνατές και η σιωπή μου, απέναντι σε όλα, δεδομένη.
Την ετοιμάζω χρόνια αυτή την απόδραση απ την αρνητικότητα και βήμα βήμα την έχω ξεκινήσει, χωρίς κανείς να έχει αντιληφθεί πως εγώ, ο ίδιος άνθρωπος που συγκαταβατικά γύριζα και το άλλο μάγουλο, γίνομαι θεριό ανήμερο όταν μου τσαλαπατάνε με αγένεια το εγώ.
Ποτέ δεν θα πάψω να αγαπάω τους ανθρώπους. Πότε δεν θα σταματήσω να γίνομαι θυσία, να προσφέρω, να συμπάσχω. Μα τον όρκο που έδωσα σε μένα, να μην υποτιμήσω πια, με κανέναν τρόπο και για κανέναν λόγο έναν εαυτό που έφτιαξα μέσα από δύσβατα ταξίδια, μεγάλα ναυάγια και αγώνες, θα τον κρατήσω, ακόμα κι αν χρειαστεί να απομακρύνω από κοντά μου άτομα που υπεραγαπώ.
Κι εσύ, φίλε μου, που χωρίς δεύτερες σκέψεις, πάντα ανοίγεις το στόμα σου και με γεμίζεις ανασφάλεια, λύπη και θυμό να θυμάσαι πάντα ένα. Όλη η αγάπη που σου έδωσα, τα γέλια μας, οι δήθεν τυχαίες πράξεις, οι ατελείωτες συζητήσεις και συμβουλές, οι μέρες που περάσαμε, πήγαζαν από το πιο αγνό και αθώο κομμάτι μου. Την ψυχή μου. Κι αυτή, δεν πρόκειται ποτέ να την διαπραγματευτώ.
