Γράφει η Ηρώ Αναστασίου.
Μαλλιά κουβάρια τα μυαλά μου.
Δεν σκέφτομαι τίποτα άλλο όλη μέρα, αλλά είσαι ο πιο όμορφος αποσυντονισμός της καθημερινότητάς μου.
Τρομάζω που το λέω, που το σκέφτομαι, αλλά η παρουσία σου με ανεβάζει και με πετάει στα σύννεφα.
Θέλω το πιο δυνατό σου θέλω.
Θέλω να ασφυκτιάς μακριά μου, να μην μπορείς να αναπνεύσεις.
Θέλω το θέλω σου να είναι τόσο δυνατό ώστε να χρεώνεται η απουσία μου σαν καταιγίδα.
Το “σε θέλω” σου να το φωνάζεις δυνατά.
Σε θέλω στο σήμερα, σε θέλω στο αύριο και στο κάθε αύριο που θα ξημερώνει.
Να λες είμαι εδώ για σένα, μόνο για σένα, μόνο γιατί με θέλεις να υπάρχω, μόνο γιατί αναπνέεις να ζω, μόνο γιατί με ποθείς να αντέχω.
Μόνο γιατί μ’αγάπησες να σε λατρεύω.
Μόνο γιατί με λάτρεψες να σ’αγαπώ.
Θέλω τόσα να σου πω που δακρύζω όταν τα σκέφτομαι.
Θέλω τόσα να χώσω μέσα στο μυαλό σου, που σταματάει το δικό μου.
Να ήξερες μόνο πόσο σε θέλω.
Πόσο απεγνωσμένα σε ζητάω, πόσο μου λείπεις, να ήξερες μόνο.
Να νιώσω θέλω πολύ, να μουδιάσει το μυαλό μου από θέλω.
Θέλω το πιο δυνατό σου θέλω, τόσο δυνατό που θα διαγράψει τα πάντα γύρω μου, μέσα μου.
Να μην νιώθω τίποτα άλλο εκτός από εσένα.
Θέλω να σου γράψω εδώ και μέρες πόσο μου λείπεις, πόσο σε θέλω. πόσο σε λαχταράω.
Κι όμως δεν βρίσκω καμιά λέξη να συνοδεύει τα συναισθήματά μου και μένω σε άδειες λέξεις.
Είναι τόσο γεμάτη η ψυχή από σένα που νιώθω ότι θα σπάσει η καρδιά μου.
Σ’έναν κόσμο του “τόσο όσο”, ξεκάθαρα προτιμώ τους “όσο δε πάει”.
Γιατί η ψυχή μου ημίμετρα δεν γνωρίζει.
Τα θέλω όλα χτυπημένα στα κόκκινα.
Γιατί εμένα μου βρέχει η τρικυμία το στόμα.
Το δικό μου σ’αγαπώ είναι χτυπημένο μέχρι το κόκκαλο.
Το δικό μου σε θέλω σε πετάει συθέμελα στην καταιγίδα.
Είναι η αγκαλιά μου, αυτή που όταν σε κρατάει σου κόβεται η ανάσα!
