Γράφει η Νεφέλη
Προσπάθησα να πνίξω τη θύμησή σου μέσα στα μπουκάλια της βότκας και του τζιν.
Η μορφή σου έρχεται και μου σκίζει τα σωθικά.
Δεν μπορώ να αντέξω και να διαχειριστώ την εικόνα σου, τη φωνή σου, το άγγιγμα σου κάθε φορά που έρχονται και με σακατεύουν.
Έρωτας κρυφός, παράνομος και αμαρτωλός.
Έρωτας καταραμένος μου έλαχε κι είμαι αναγκασμένος να παλεύω με τις ερινύες που γεμίζουν το κεφάλι μου.
Αγρίμι έγινε η ψυχή που δεν μπορεί να βρει λύτρωση πουθενά αλλού παρά μόνο στην αγκαλιά σου.
Όμως αυτή είναι απαγορευμένη.
Αν υπάρχει κόλαση τότε είμαι σίγουρος πως τη ζω, εξαιτίας σου.
Το φλογερό σου βλέμμα, μου παραλύει το νου. Δεν ξέρω που να βρω λύτρωση για τον αμαρτωλό μου πόθο.
Τρέχω να φύγω μακριά σου, όμως μια δύναμη σε φέρνει πάντα μπρος μου.
Δεν αντέχω άλλο πια αυτή την κόλαση ακούς;
Έχω φτάσει στα όρια μου. Για αυτό φρόντισε την επόμενη φορά που θα πέσεις μπροστά μου να είναι προσεκτική.
Καλύτερα θα έλεγα να φύγεις. Να μη μείνεις λεπτό δίπλα μου. Γιατί δεν θα αντέξω, δεν θα κρατηθώ. Θα σε κλείσω στην αγκαλιά μου και θα σε φιλήσω μπροστά στα μάτια όλων κι ας γίνουν πουτάνα όλα, δεν με νοιάζει, δεν με νοιάζει σου λέω, μ’ ακούς;
