Γράφει η Καίτη Αγγελιδάκη
Κάποια στιγμή μια γυναίκα κουράζεται να μεταφράζει σιωπές.
Να ψάχνει τι εννοούσε που δεν έστειλε. Γιατί είδε και δεν απάντησε. Γιατί χάθηκε τρεις μέρες και μετά εμφανίστηκε με ένα «τι κάνεις;», λες και στο μεταξύ είχε πάει αποστολή στον Άρη.
Αν του λείπει, θα την πάρει τηλέφωνο. Αν θέλει να τη δει, θα βρει τρόπο. Αν τη σκέφτεται, κάποια στιγμή η σκέψη θα γίνει πράξη. Δεν χρειάζεται πτυχίο στην αντρική συμπεριφορά για να καταλάβει έναν άνθρωπο που πραγματικά τη θέλει στη ζωή του.
Γιατί το ενδιαφέρον έχει ένα πολύ ενοχλητικό χαρακτηριστικό.
Φαίνεται.
Και ξέρεις τι άλλο φαίνεται;
Η αδιαφορία.
Μπορεί να τη βαφτίσει φόβο, δύσκολη περίοδο, μπερδεμένα συναισθήματα, πίεση στη δουλειά, ανάδρομο Ερμή και παιδικά τραύματα. Μπορεί να της φορέσει όποιο όνομα τη βολεύει για να πονάει λιγότερο.
Το αποτέλεσμα όμως δεν αλλάζει.
Καμία γυναίκα δεν αξίζει να κάθεται στην αναμονή μέχρι κάποιος να αποφασίσει αν του λείπει αρκετά.
Δεν χρειάζεται εκείνον που πρέπει να μαντεύει.
Χρειάζεται εκείνον που θα σηκώσει το τηλέφωνο επειδή θέλει να ακούσει τη φωνή της. Που θα πει «θέλω να σε δω» και μετά θα έρθει να τη δει. Που όταν κάτι στραβώσει, δεν θα εξαφανιστεί αφήνοντάς την να κάνει μόνη της όλη τη συναισθηματική δουλειά.
Δεν χρειάζονται θεαματικές αποδείξεις αγάπης.
Χρειάζεται παρουσία.
Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να έχει φόβους, προβλήματα και εκατό λόγους να δυσκολεύεται.
Αλλά όταν θέλει πραγματικά μια γυναίκα, δεν την αφήνει μονίμως να αναρωτιέται αν τη θέλει.
Κι αν εκείνη πρέπει κάθε βράδυ να ψάχνει αποδείξεις ότι του λείπει;
Τότε μάλλον αυτό που κινδυνεύει να χάσει δεν είναι εκείνον.
Είναι τον εαυτό της.
