Γράφει η Μαρία Αλεξίου
Αμυδρά κάτι σε θυμίζει ακόμα. Όχι ξεκάθαρα. Όχι όπως παλιά. Σαν μια σκιά που περνάει για λίγο και χάνεται πριν προλάβεις να τη δεις ολόκληρη.
Είναι περίεργο πώς μένουν οι άνθρωποι μέσα σου. Όχι όπως ήταν, αλλά όπως τους κράτησε ο χρόνος. Λίγο αλλοιωμένους, λίγο σβησμένους, σαν φωτογραφία που την άφησες στον ήλιο και ξεθώριασε χωρίς να το καταλάβεις.
Δεν σε θυμάμαι ακριβώς. Θυμάμαι όμως το πώς ένιωθα. Αυτό δεν φεύγει εύκολα. Μένει κάπου χαμηλά, δεν κάνει θόρυβο, δεν ζητάει προσοχή. Απλώς υπάρχει. Σαν μια γνώριμη μυρωδιά που δεν μπορείς να την τοποθετήσεις, αλλά σε σταματάει για λίγο.
Υπάρχουν στιγμές που κάτι μικρό σε φέρνει πίσω. Ένα τραγούδι, ένας δρόμος, μια φράση που ακούγεται τυχαία. Και για ένα δευτερόλεπτο όλα μοιάζουν ίδια. Μετά περνάει. Και μένει μόνο η επίγνωση ότι δεν είναι πια.
Δεν είναι πόνος αυτό. Ούτε νοσταλγία ακριβώς. Είναι κάτι πιο ήσυχο. Μια αποδοχή ότι κάποτε υπήρξε κάτι που είχε βάρος και τώρα υπάρχει μόνο σαν ίχνος.
Και ίσως αυτό είναι το πιο αληθινό τέλος. Όχι οι μεγάλες αποχαιρετιστήριες στιγμές, όχι τα λόγια που νομίζεις ότι θα σε λυτρώσουν. Αλλά αυτή η αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη μετατόπιση. Από το “είσαι εδώ” στο “ήσουν”.
Δεν σε ψάχνω πια. Δεν αναρωτιέμαι. Δεν προσπαθώ να συμπληρώσω τα κενά. Απλώς σε αναγνωρίζω όταν περνάς από μέσα μου, όπως αναγνωρίζεις κάτι γνώριμο χωρίς να σταματάς.
Αμυδρά κάτι σε θυμίζει ακόμα.
Και αυτό είναι αρκετό για να ξέρω ότι κάποτε υπήρξες. Όχι όπως σε φαντάζομαι τώρα. Αλλά όπως ήσουν τότε. Και όπως ήμουν κι εγώ μαζί σου.
Κι ίσως τελικά, αυτό να είναι που μένει από όλους. Όχι οι άνθρωποι όπως είναι σήμερα. Αλλά όπως τους κράτησε εκείνη η εκδοχή του εαυτού μας που τους έζησε.
Αμυδρά. Αλλά αληθινά.
