Γράφει η Κατερίνα Ανδριανού
Αλήθεια τώρα, πώς γίνεται να μην κατάλαβες ποτέ; Ήσουν εκεί, μπροστά μου, κι εγώ σου έδινα τα πάντα. Έβαζα την ψυχή μου σε κάθε βλέμμα, κάθε λέξη, κάθε μικρή κίνηση που σου έδειχνε «είμαι εδώ».
Μου έλεγες πως είμαι καλή φίλη, στήριγμα, ο άνθρωπός σου. Κι εγώ γελούσα πικρά, γιατί ήξερα ότι ήσουν ο δικός μου άνθρωπος. Αλλά δεν το έβλεπες. Ή δεν ήθελες να το δεις.
Κάθε φορά που γυρνούσες και μου μιλούσες για εκείνη ή για ό,τι σου έλειπε από τη ζωή σου, ένιωθα να χάνω λίγο από τον εαυτό μου. Γιατί εγώ ήμουν εδώ. Κι ήθελα να σου φωνάξω: «Κοίτα με, ρε γαμώτο! Είμαι αυτή που ψάχνεις. Αυτή που σε καταλαβαίνει, αυτή που θα κάνει τα πάντα για σένα».
Αλλά ποτέ δεν το έκανα. Έμενα σιωπηλή, με ένα χαμόγελο που έκρυβε όλη την αγωνία μου. Να μην καταλάβεις πόσο βαθιά έχεις μπει μέσα μου.
Μήπως, τελικά, το ήξερες; Μήπως το ένιωθες αλλά έκανες ότι δεν βλέπεις; Ή μήπως απλά δεν σου άρεσε η ιδέα ότι κάποια σε ήθελε τόσο, χωρίς όρους και χωρίς παιχνίδια;
Δεν ξέρω τι από τα δύο πονάει περισσότερο. Ότι ήσουν τόσο τυφλός να δεις το προφανές ή ότι εγώ ήμουν τόσο αδύναμη να στο φωνάξω.
Αλήθεια, ποτέ δεν κατάλαβες τι νιώθω; Ή μήπως το κατάλαβες και προτίμησες να προσποιηθείς ότι δεν υπάρχει;
Ό,τι κι αν ισχύει, να ξέρεις ότι δεν μετανιώνω. Γιατί ό,τι ένιωσα για σένα ήταν αληθινό. Ακόμα κι αν δεν μπόρεσες ποτέ να το δεις.
