Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Δεν μπήκες στη ζωή μου με θόρυβο.
Δεν έμοιαζες με καταιγίδα. Δεν αναποδογύρισες τραπέζια, δεν γκρέμισες τοίχους, δεν ήρθες να αποδείξεις τίποτα.
Κι όμως, άλλαξες τα πάντα.
Γιατί μεγαλώνοντας κατάλαβα πως οι άνθρωποι μπερδεύουμε συχνά την ένταση με το βάθος. Νομίζουμε πως ο μεγάλος έρωτας πρέπει να μας κόβει την ανάσα, να μας αναστατώνει, να μας κρατά ξύπνιους τα βράδια.
Μέχρι να συναντήσουμε κάποιον που κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Κάποιον που μας ξεκουράζει.
Κι αυτό είναι πολύ πιο σπάνιο.
Έγινες η μελωδία που με ηρεμεί.
Όχι εκείνη που παίζει δυνατά για να την προσέξουν όλοι.
Εκείνη που ακούγεται χαμηλά, αλλά αλλάζει ολόκληρη την ατμόσφαιρα ενός δωματίου.
Εκείνη που δεν σε ζαλίζει.
Σε γαληνεύει.
Μαζί σου σταμάτησα να ψάχνω κρυμμένα νοήματα πίσω από λέξεις. Σταμάτησα να αναλύω σιωπές. Σταμάτησα να φοβάμαι μήπως μια μέρα ξυπνήσω και όλα όσα ζούσαμε αποδειχθούν μια παρεξήγηση.
Κι αυτό δεν το λες συχνά έρωτα.
Το λες σπίτι.
Γιατί σπίτι δεν είναι ένας τόπος.
Είναι ένας άνθρωπος δίπλα στον οποίο δεν χρειάζεται να βρίσκεσαι συνεχώς σε επιφυλακή.
Ένας άνθρωπος που δεν σε εξαντλεί.
Δεν σε δοκιμάζει.
Δεν σε βάζει να παλεύεις κάθε μέρα για μια θέση στη ζωή του.
Κάποτε πίστευα πως η αγάπη είναι φωτιά.
Τώρα νομίζω πως είναι κάτι πιο δύσκολο.
Είναι η ησυχία που μένει όταν τελειώσουν οι θόρυβοι.
Είναι η παρουσία που δεν χρειάζεται να φωνάζει για να γίνει αισθητή.
Είναι εκείνο το βλέμμα που πέφτει πάνω σου και κάνει τον κόσμο να χαμηλώνει ένταση.
Και ξέρεις τι είναι το πιο όμορφο;
Ότι δεν θυμάμαι τη στιγμή που έγιναν όλα αυτά.
Δεν υπήρξε κάποιο μεγάλο γεγονός.
Καμία κινηματογραφική σκηνή.
Απλώς, κάπου ανάμεσα στις μέρες, τις κουβέντες, τα γέλια και τις σιωπές, έπαψες να είσαι ένας άνθρωπος στη ζωή μου.
Και έγιναν η μελωδία που επιστρέφει η ψυχή μου κάθε φορά που θέλει να ηρεμήσει.
