Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Ο Γιώργος ξύπνησε από την φασαρία της πόλης κι απ’ τις κόρνες.
Τίναξε με δύναμη στο αέρα το φθαρμένο από τα χρόνια πανωφόρι του, και το έριξε στους ώμους του.
“Πω πω ψόφο έχει και σήμερα”, σκέφτηκε φωναχτά, τρίβοντας τα δυο του χέρια για να ζεσταθούν, κι ίσιωσε τα γκρίζα μαλλιά του που ήταν ανακατεμένα από τον ύπνο.
Πήγε μέχρι το λάστιχο της βρύσης κι έριξε μια χούφτα παγωμένο νερό στο πρόσωπο του. Έβαλε το χέρι του στην μπροστινή τσέπη του παντελονιού, έβγαλε δύο τρία κέρματα και χαμογέλασε.
Γύρισε προς τον αδέσποτο φίλο του, που τριβόταν χαρούμενος κι ανέμελος στα ποδιά του, ένα μαύρο ημίαιμο κοκεράκι, που το είχε μαζέψει μισοπεθαμένο σχεδόν όταν ήταν νεογέννητο κουτάβι και το είχαν πετάξει σε έναν κάδο σκουπιδιών, τον Αζόρ, και τον χάιδεψε φιλώντας τον στην μούρη.
“Δόξα τον Θεό, θα φάμε και σήμερα Αζοράκο μου, εσύ μείνε εδώ, κι εγώ θα γυρίσω σε λίγο”, είπε απευθυνόμενος στον υπάκουο φίλο του, που τον ακολουθούσε μέχρι το πεζοδρόμιο, κουνώντας ρυθμικά την ουρά του.
Διέσχισε βιαστικά την άδεια από κίνηση λεωφόρο, μόνο ένα ασθενοφόρο περνούσε ουρλιάζοντας, και κατευθύνθηκε κάνοντας τον σταυρό του στον μεγάλο φούρνο στην απέναντι μεριά του δρόμου.
“Καλημέρα, ένα κουλούρι σας παρακαλώ”, είπε ευγενικά στην κοπέλα που ήταν πίσω από τον πάγκο, κι ακούμπησε ένα κέρμα. Πήρε το κουλούρι του και κατευθύνθηκε στα τραπεζάκια που ήταν έξω από το μαγαζί, κάθισε, άνοιξε το χαρτί, το έστρωσε πάνω σε ένα τραπέζι, κι άρχισε να τρώει.
Μα, στην πρώτη κιόλας δαγκωνιά παρατήρησε ότι το μαγαζί ήταν κι αυτό εντελώς άδειο.
“Που έχουν πάει όλοι σήμερα;” αναρωτήθηκε.,”Τι ησυχία είναι ετούτη;”.
Ασυναίσθητα το βλέμμα του έπεσε στην τηλεόραση που ήταν σε μια μεταλλική βάση ψηλά απέναντι του, κι έπαιζε χωρίς ήχο…
“Έκτακτη επικαιρότητα!
Από σήμερα η χώρα, βρίσκεται σε κόκκινο συναγερμό. Παρακαλούνται οι πολίτες, να μείνουν όλοι στα σπίτια τους, λόγω της επικίνδυνης ίωσης που απειλεί τις ζωές μας!”
Ο Γιώργης σάστισε!
Έμεινε για λίγο μαρμαρωμένος, κοιτώντας την τηλεόραση, και προσπαθώντας να διαβάσει τα χείλη του δημοσιογράφου που αναμετέδιδε ανήσυχος και νευρικός. Ενώ παράλληλα περνούσε τακτικά ένα μήνυμα στο κάτω μέρος της οθόνης..“μένουμε σπίτι”, έγραφε.
” Θεέ μου, τι κακό είναι κι ετούτο που μας βρήκε, τι αρρώστια είναι αυτή που ήρθε στην χώρα μας, οι παππούδες κι οι γιαγιάδες, οι άρρωστοι και τα μωρά κινδυνεύουνε πολύ. Αυτό λένε οι ειδήσεις. Βοήθησε τους Παναγία μου”, μουρμούρισε ο Γιώργος ξύνοντας αμήχανα το κεφάλι του.
Τινάχτηκε γρήγορα γρήγορα, μάζεψε το χαρτί, τύλιξε το κουλούρι του, και πέρασε την λεωφόρο. Πήγε διπλά στον σκύλο του, του έκανε ένα νεύμα, μπήκανε κι δυο ξανά μες το παρκάκι, χωθήκαν βιαστικά ανάμεσα σε κάτι πυκνές φυλλωσιές, και έφτασαν στο χαρτόκουτο του…
“Μένουμε σπίτι, γιατί κινδυνεύουν οι άνθρωποι από κάτι που λέγεται κορονοϊός, το είπανε σήμερα στις ειδήσεις, τα ακούς Αζοράκο μου;”, είπε ο Γιώργος την ώρα που έκοψε το μισό κουλούρι του και το έδωσε στον Αζόρ. Έκανε μια χαψιά το υπόλοιπο, ήπιε μια γουλιά νερό από ένα χρησιμοποιημένο πλαστικό μπουκάλι που είχε δίπλα του, κούμπωσε μέχρι πάνω το φθαρμένο και τρύπιο πανωφόρι του για να μην μπαίνει το κρύο και φτάνει στο κορμί του, και σύρθηκε μέσα στο μεγάλο αδειανό χαρτόκουτο που είχε και κοιμόταν τα τελευταία δύο χρόνια.
Μαζεύτηκε κουβάρι, αγκάλιασε σφιχτά τον Αζόρ που πήγε κι εκείνος και πλάγιασε διπλά του, κι άρχισε να προσεύχεται, σχεδόν βουρκωμένος, για όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται σε κίνδυνο ..
