Γράφει η Τάνια Αναγνώστου.
Δεν έχω τη δύναμη να σε αντικρίσω και να ξαναδώ τα μάτια που αγάπησα σαν τρελός. Δε θέλω να με πληγώσεις άλλο. Το αφήνω εδώ, σε αυτό το σημείο με δική μου πρωτοβουλία, γιατί ξέρω πως αν σ’αφήσω μπορείς και χειρότερα. Ακόμα δε μπορώ να συνειδητοποιήσω πως μπόρεσες και έδωσες ένα κομμάτι από τον κόσμο μου σε κάποιον ξένο. Πονάω στη σκέψη πως κάποιος άλλος σε φιλάει και σε κρατάει στην αγκαλιά του.
Τι συνέβη; Γιατί μου το έκανες αυτό;
Τι παραπάνω σου έδωσε αυτός που δε σου έδωσα εγώ;
Κοίτα με στα μάτια και πες μου. Δε θέλω άλλα ψέματα, μονάχα την αλήθεια κι ας πονάει κι ας κόβει σαν λεπίδι. Ποιος είναι αυτός που μπήκε στη ζωή σου και γκρέμισε τη δική μου; Αυτό ήσουν για μένα, η ζωή μου, η ανάσα μου, η πνοή μου..
Φεύγεις και μαζί σου παίρνεις το οξυγόνο μου. Δε σε αγάπησα φαίνεται αρκετά για να σε κρατήσω κοντά μου. Η αγάπη μου ήταν λίγη, ήθελες περισσότερα από όσα μπορούσα να σου δώσω, απ’όσα ήθελα εγώ να δώσω. Δεν είναι και πολύ εύκολο να βάλεις κάποιον στη ζωή σου και να τον αγαπήσεις. Χρειάζεται να μπει στην άκρη για λίγο ο εγωισμός, και εγώ από εγωισμό είχα μπόλικο.
Εμείς οι άνθρωποι κάνουμε πολλά λάθη και τα παίρνουμε χαμπάρι όταν είναι πλέον πολύ αργά. Έτσι έγινε και με σένα. Σε άφησα να απομακρυνθείς, να περπατήσεις μόνη σου, χωρίς να σε κρατάω. Βρήκες κάποιον άλλο να σε κρατήσει, όταν δεν το έκανα εγώ. Τώρα πια είναι αργά, ο άνεμος σε πήρε μακριά. Θα είσαι πλέον μια ανάμνηση που θα ματώνει την καρδιά σε κάθε θύμησή της.
Κάθε χωρισμός δε λένε πως είναι και ένας μικρός θάνατος; Ένιωσα πως μια σφαίρα με τρύπησε όταν σε είδα μαζί του. Φαινόσουν χαρούμενη και κάποιος άλλος ευθυνόταν γι’αυτό. Η σχέση μας διαλύθηκε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Θόλωσα. Σε είχε πάρει μακριά μου. Τον κοιτούσες σαν ερωτευμένο κοριτσάκι. Η δική μου γυναίκα, το κοριτσάκι μου φιλούσε τα χείλη κάποιου άλλου. Το μόνο που έμεινε να θυμάμαι είναι το άρωμά σου, η μυρωδιά σου, το χαμόγελό σου. Τα βράδια που θα μου λείπεις θα φέρνω στο μυαλό μου τις στιγμές που κάναμε έρωτα και θα πονώ.
Αντίο αγάπη μου..
