Γράφει ο Σάκης Χαλβαντζής.
Ντύθηκα “Ρομπέν των χαζών”. Φόρεσα τις εμμονές μου καπέλο. Πήρα από το ένα μου χέρι τις ασορτί μου εμπάθειες και από το άλλο, τη φίλη μου τη “Πόπη” που ψάχνεται ακόμη με τ’αναθεματισμένο τ’όνομά της. Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε την Αθήνα. Τούτη τη θλιμμένη πόλη. Τούτο το χωράφι των εχθροπραξιών. Παντού μοσχοβολούσε εξέγερση. Εξέγερση κι επανάσταση. Τουλάχιστον, αυτά βλέπανε τα κατακόκκινα μάτια μας. Αυτά φαντάζονταν η μαρξιστική μας φύση.
Φτάσαμε έξω από το κουτουκο-μάγαζο σαν οπλισμένοι αστακοί. Οπλισμένοι με ιδέες από χρυσάφι. Καθίσαμε δίπλα στο “Γυφτάκι” της Πανεπιστημίου και περιμέναμε την έναρξη του προγράμματος. Θυμάμαι ένα σύννεφο καπνού. Δυο μάτια, σαν καρύδια μεγάλα. Θυμάμαι μια φωνή καθαρή. Μια χαρμόσυνη βία (αυτό ήταν ο Τζίμης!) που κατέκλυσε το χώρο. Κατέκλυσε το μυαλό μου. Τίποτε το ενδιάμεσο δεν θυμάμαι.. Τίποτε. Πέρασαν ώρες, μήνες ίσως και να πέρασαν χρόνια μέσα σ’εκείνη την αίθουσα δεν ξέρω..
Κι έπειτα ένα απόκοσμο φως σαν “Ηλιοβασίλεμα στους υπονόμους”.
Γέλια, χαρές, χειροκροτήματα και λίγα από εκείνα τα δάκρυα λύτρωσης συνέθεταν το σκηνικό. Αχτίδες λαϊκής ελευθερίας βομβάρδιζαν τα κεφάλια όλων μας. Όχι μονάχα το δικό μου κεφάλι, ολονών μας. Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου διαδραματιζόταν μπρος τα μάτια μου. Η ίδια εκείνη σφαγή. Ένα μίγμα θρησκευτικών, πολιτικών και κοινωνικών αντιλήψεων δολοφονημένο κατέρρεε μπροστά μου.
Κι ο δολοφόνος ήταν ένα άκακο, ντροπαλό, πολύ ντροπαλό πλάσμα.
ΥΓ: Τι “κάγκελα” είναι αυτά ρε Τζίμη; Που μας άφησες γαμώτο..
