Γράφει η Ζωή Τριανταφυλλοπούλου
Σήμερα θα γίνω ξινή λιγάκι. Όχι από πρόθεση. Ίσως ήταν η ώρα μου να βγάλω κι αυτό. Και θέλω εδώ στη σελίδα των λέξεων για την αγάπη να το παίξω αντί έρωτας. Ναι, εγώ με το όνομά της.
Αναγνώστη συνοδοιπόρε, συγχώρα με που σε ξενερώνω μετά το ερωτικό γράμμα που μοιραστήκαμε. Ήταν ένα αυγουστιάτικο καλοκαιρινό όνειρο ειδυλλιακό να το ζήσεις, να πας να το γευτείς, να κάνεις μακροβούτι στον ωκεανό του θέλω του.
Τον έρωτα όμως τον ζεις, βγαίνεις από την σκηνή, από την οθόνη, από τη σάρκα σου την ίδια. Βυθίζεσαι, χάνεσαι τόσο, που οι λέξεις στερεύουν. Οι ανάσες σου συντονίζονται με την κάθε στιγμή που διεκδικείς, παρατώντας τα όλα για πάρτη αυτού που τον ορίζει στο μυαλό, στο κορμί, στην ανατριχίλα, στη ραχοκοκαλιά μόνο και μόνο στο άκουσμα της φωνής του.
Δεν υπάρχει χρόνος, δεν υπάρχει πριν ή μετά, μόνο ένα ατέρμονο τώρα. Τώρα, μαζί του!
Αν το έζησες, αν το απόλαυσες αυτό, αν το ‘χεις και το χαίρεσαι, ευλογημένος είσαι. Προμηθεύτηκες το καλύτερο εφόδιο/καύσιμο για τις άχρωμες ρουτίνες, που έχεις στήσει στο γαϊτανάκι της καθημερινότητας σου. Αν όχι, πάλι δεν πειράζει, μπορείς να το ονειρευτείς αν το χρειάζεσαι. Ή πάλι μπορείς να συνειδητοποιήσεις ότι για σένα ο έρωτας είναι κάτι τόσο μεγαλειώδες μαγικό, που αγγίζει τα όρια του μύθου. Ενός μύθου που δεν χωράς, δεν μπορείς και δεν γίνεται να ζήσεις.
Ξέρεις, δεν έχουν όλοι την ικανότητα να το ζήσουν, ίσως δεν είναι φτιαγμένοι γι αυτό. Ίσως μεγαλώνουν και ξέρουν το απατηλο της πρόθεσης του. Ίσως είναι πάλι μαγεμένοι. Τα πολλά πολύ τους δεν εξαργυρώνονται με έναν έρωτα. Και παραμένουν κρυμμένοι θησαυροί ή κοιμώμενοι δράκοι, που φυλούν κάστρα απόρθητα. Μέχρι κάποιος κάπως να λύσει τα μάγια.
Όπως και να ‘χει, όμως, να σου ευχηθώ να ζήσεις ό,τι φοβάσαι για χάρη του.
Γιατί αλλιώς πάντα κάτι θα λείπει.
Και το ξέρεις…
