Γράφει η Ηρώ Αναστασίου
Μοιράστηκα τα πάθη σου, την ανάσα σου, την τρέλα σου. Μα αυτό που δεν μπόρεσα να μοιραστώ ήταν η αχαριστία σου. Αχαριστία που δεν αγάπησες έστω και λίγο την ψυχή μου. Αχαριστία που δεν άγγιξες έστω ένα κομμάτι της καρδιάς μου.
Κι εγώ είχα τόσο ανάγκη την αγκαλιά σου, που πάγωσα μ’ αυτό εδώ. Πάγωσα μ’ αυτό που είδα. Δεν ήταν αυτός που γνώρισα κι αγάπησα, είχε πεθάνει αυτός!
Στην θέση του είχε γεννηθεί κάποιος άλλος, ένας άνθρωπος ψυχρός και ανελέητος. Όχι, σου φώναξα δεν μπορεί να έφυγες και ούρλιαζε από μέσα μου η ψυχή μου.
Ήθελα να σου πω ”σ’ αγαπώ”, σε νοιάζομαι, σε πονάω, αλλά η ψυχρότητα της κάθε σου ματιάς με καθήλωνε. Μην φεύγεις σου φώναζα, αλλά το ήξερα πως είχες ήδη φύγει. Κόπιασα πολύ να μην κλάψω, να μην φωνάξω, να μην μιλήσω.
Να σου πω ήθελα πολλά, αλλά παρέμεινα στα ανούσια, στα αδειανά, στα σαθρά. Γιατί εάν πρέπει να σου το ζητήσω, δεν το θέλω ποτέ.
Δεν το θέλω έτσι, θέλω να μ΄ αγαπάει ο άλλος χωρίς να ζορίζεσαι, χωρίς να αγκομαχάει. Σ’ έναν κόσμο που η απουσία συναισθημάτων καραδοκεί, εγώ πάντα θα ψάχνω την ευαισθησία και την αξία.
Η αχαριστία δεν είναι στα πεπραγμένα μου. Ακόμη κι όταν ματώνω, εκεί θα είμαι να αναζητώ τον άνθρωπο.
Αυτόν που χάθηκε, αυτόν που εκμεταλλεύτηκε τις εικασίες σου, αυτόν που μάτωσε το σ’ αγαπώ σου.
Γιατί ματώνει ότι δεν αγγίζεται, ματώνει ότι παραμελείται.
Γι’ αυτό κι ότι ματώνει ξεχνάει. Ξεχνάει και θυμάται την αξία του. Γιατί η αξία της ψυχής δεν χωράει αχαριστία, δεν χωράει τίποτα άλλο εκτός απ’ τον σεβασμό.
Κι αυτό μόνο όσοι σέβονται το ξέρουν!
