Γράφει η Άντζελα Καμπέρου
Άνοιξε τα μάτια της και δεν τον είδε στην άλλη μεριά του κρεβατιού, σηκώθηκε νυσταγμένη τρίβοντας τα μάτια της και πήγε προς την κουζίνα. Πάνω στο τραπέζι με μεγάλα γράμματα διάβασε το όνομά της σε ένα πρόχειρα διπλωμένο χαρτί, παραξενεύτηκε και γελώντας πήγε να το ανοίξει. Νόμιζε πως ήταν ένα από αυτά τα χαριτωμένα αστεία του και άνοιξε το χαρτί. Πόσο θα ήθελε να είναι αστείο.
Πάνω στο χαρτί, καλογραμμένες, όλες κι όλες τέσσερις λέξεις, “Δεν μπορώ άλλο, φεύγω”. Πιάστηκε από μία καρέκλα για να μην πέσει κάτω, τα μάτια της θόλωσαν από τα δάκρυα και τα χέρια της έτρεμαν. Έφυγε; Είναι δυνατόν να έφυγε έτσι;
Για μια στιγμή τα μάτια της έλαμψαν και χαμογέλασε, έτρεξε γρήγορα στην κρεβατοκάμαρα. Σκέφτηκε πως της κάνει πλάκα, “ναι μια φάρσα είναι, τα ρούχα του θα είναι όλα εδώ είμαι σίγουρη”, μονολόγησε την στιγμή που αντίκριζε σοκαρισμένη την άδεια ντουλάπα. Δεν άντεξε, σωριάστηκε στο πάτωμα και έκλαιγε με λυγμούς. Το δωμάτιο, εκείνη και η μπλούζα που φορούσε μύριζαν ακόμα σαν εκείνον, μα εκείνος δεν ήταν πουθενά. ” Έφυγε. Έφυγε έτσι απλά. Δίχως μια κουβέντα, δίχως μια αναθεματισμένη εξήγηση. Έφυγε διάολε και δεν μου είπε ούτε ένα αντίο. Δεν άξιζα ένα αντίο;”. Έκλαιγε εκεί, πεσμένη στο πάτωμα του δωματίου, μπροστά σε μία άδεια ντουλάπα. Το σπίτι όπου κι αν κοιτούσε τον θύμιζε κι όμως εκείνος δεν ήταν πουθενά.
Δεν ξέρει πόσες ώρες πέρασε κλαίγοντας μπροστά στις άδειες κρεμάστρες, με εκείνο το τσαλακωμένο πλέον κομμάτι χαρτί στο χέρι, όταν επιτέλους κατάφερε να σηκωθεί, σκούπισε το πρόσωπό της, ίσιωσε την μπλούζα της με τα χέρια της και πήγε προς στο σαλόνι.
Άρχισε να μαζεύει μία μία τις φωτογραφίες τους, τα πράγματα που τον θύμιζαν. Τα πέταξε όλα σε μία σακούλα. Αύριο το πρωί θα τα έριχνε στα σκουπίδια. Έπιασε το κινητό της, μπήκε στην επαφή του και πάτησε να του στείλει μήνυμα. ” Ούτε ένα αντίο δεν άντεξες να πεις; ΔΕΙΛΈ! ΑΝΤΊΟ!”. Στην οθόνη του κινητού της άναψε μια λευκή σημείωση, “Μήνυμα Εστάλη”. Ξέσπασε για ακόμη μία φορά σε κλάματα.
