Γράφει η Δωροθέα Σαμαρά
Οι πέτρες μιλούν. Και έχουν τον πιο σκληρό, εκκωφαντικό ήχο. Κλείσε τα μάτια σου. Βάλε το αφτί σου πάνω στην καρδιά μου κι αφουγκράσου. Οι πέτρες μιλούν!
Είναι στιγμές που ο ήχος τους μοιάζει με ύμνο που ταξιδεύει μέσα στις στοές. Κι άλλοτε πάλι, η κάθε πνοή, βουητό αγριεμένου ανέμου γίνεται, που στριμώχνεται μέσα στης ψυχής τις χαραμάδες. Οι πέτρες μιλούν. Έχουνε ήχο, έχουν φωνή, έχουν παλμό!
Άπλωσε το χέρι σου, μη διστάζεις. Άγγιξε το στήθος μου και νιώσε με. Ξέρω πως υπάρχει κλειδωμένη μία παγωνιά εκεί μέσα. Τρύπωσε κρυφά τη μέρα που έπαιζε κρυφτό με την αγάπη σου. Χάθηκες, όμως! Κι έμεινε η δόλια παγιδευμένη μέσα στην καρδιά μου, περιμένοντας ακόμη εσένα, να την αναζητήσεις, να την βρεις, να την ζεστάνεις. Άγγιξέ με, λοιπόν, και μη διστάζεις.
Γύρε και ξάπλωσε στον κόρφο μου πάνω. Ξέρω! Θα σου φανεί σκληρή η αγκαλιά μου. Μα όχι ξένη, όχι απόκοσμη. Τα κύτταρα έχουν μνήμη και σημάδια δικά σου χαραγμένα. Γύρε να ξεκουραστείς, γύρε να ξαναθυμηθείς και μη φοβάσαι.
Μείνε πάνω στο στήθος μου και ακου! Νιώσε πώς ημερεύουν οι αγριεμένες μου θάλασσες, πώς εξημερώνονται οι ανάσες μου, όταν τις χαϊδεύουν οι δικές σου. Λες κι υπάρχει ένας κώδικας μεταξύ τους μυστικός, που μόνο αυτός μπορεί να ξεκλειδώνει μέσα μου την γαλήνη.
Για αυτό σου λέω. Άκου! Οι πέτρες μιλούν! Καλούν ακόμη το όνομά σου. Στοιχειό έγινες μέσα στον ερειπωμένο κόσμο μου και τριγυρνάς μονάχος. Κι έγιναν τα συντρίμια μου ένας ναός για σένα, να σε υμνώ, να σε πιστεύω,να προσεύχομαι για έναν γυρισμό σου.
Και γύρισες. Με σάρκα και οστά. Και με θωρείς που στέκω εδώ, ασάλευτη σχεδόν, βαθιά ριζωμένη. Και με κοιτάς σαν ξένη. Μα, έτσι έπρεπε, για να μπορώ να αντέχω στους αγέρηδες, να προφυλάσσω μέσα μου εσένα. Μη μού τρομάξει το στοιχειό σου και μου χαθεί και δαύτο, τώρα που συνήθισα μέσα μου τις κρύες του ανάσες. Μα, απλώθηκαν οι ρίζες μου βαθιά, τύλιξαν το ” είναι ” μου ολόκληρο.
Κι έμεινα εδώ, απλά να σε κοιτώ που με κοιτάς και μέσα στα μάτια σου να χάνομαι λιγωμένα. Δίχως να έχω τη δύναμη να κάνω ούτε βήμα. Ένας βράχος ασάλευτος, ένα μνημείο πέτρινο, αφιερωμένο στη μνήμη μιας αγάπης που ”κοιμήθηκε” νωρίς, σαν τρυπήθηκε από καταραμένο αδράχτι.
