Δεν ήρθες για να με σώσεις. Ήρθες για να με κάνεις να νιώσω ξανά. Κι αυτό… ήταν πιο επικίνδυνο απ’ όλα.
Γράφει η Αγγελική Μεταξά
Δεν σε φοβήθηκα επειδή μου φώναξες. Σε φοβήθηκα γιατί είδες μέσα μου.
Γιατί δεν στάθηκες στην επιφάνεια.
Γιατί πέρασες το βλέμμα σου πάνω από τις άμυνές μου και κατάλαβες πράγματα που ούτε εγώ δεν ήξερα πια ότι κουβαλούσα.
Ήρθες ήρεμα, χωρίς θόρυβο. Και όμως, έκανες τις μεγαλύτερες φασαρίες μέσα μου.
Δεν είπες πολλά.
Μα όσα είπες, έκαναν ηχώ στα πιο βουβά μου σημεία.
Σ’ εκείνα που είχα μάθει να κρατάω σφαλιστά, για να μην πονάω.
Με τρόμαξες γιατί δεν ήρθες να με χαϊδέψεις, ήρθες να με αναμετρηθείς.
Με τα κομμάτια μου.
Με τα ψέματα που είπα στον εαυτό μου.
Με τις δικαιολογίες που επαναλάμβανα σαν ξόρκι για να με πείσω ότι είμαι καλά.
Μου γύρισες καθρέφτη στα μούτρα.
Και δεν άντεξα την εικόνα.
Γιατί ξύπνησες φόβους που είχα σφραγίσει:
τον φόβο της εγκατάλειψης, της απόρριψης, της έκθεσης.
Της αγάπης που δεν ξέρω πώς να τη ζήσω όταν δεν πληγώνει.
Και το πιο τρελό;
Δεν σε μίσησα.
Ίσως και να σ’ ευχαρίστησα.
Γιατί χάρη σε εσένα, θυμήθηκα ότι είμαι ζωντανή.
Ότι ακόμα νιώθω, ακόμα πονάω, ακόμα μπορώ να διαλυθώ – άρα μπορώ και να ξαναφτιαχτώ.
Δεν ήσουν ο σωτήρας.
Ήσουν η σπίθα.
Που άναψε όσα εγώ νόμιζα πως είχαν σβήσει.
