Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Το ξέρω μαλάκα ότι έχω ένα τεράστιο βουνό να ανέβω εξ΄ αιτία σου, όμως εγώ, σε αντίθεση με εσένα, δεν την φοβάμαι την ανάβαση, ώρες ώρες θαρρώ πως έχω γεννηθεί για να ανεβαίνω.
Το ξέρω πως θέλει πολλή προσπάθεια για να την ημερέψω μετά από τον πανικό που της προκάλεσες, όμως εγώ, σε αντίθεση με εσένα, δεν την φοβήθηκα ποτέ μου την προσπάθεια, ειδικά για όλα εκείνα που αγαπάω.
Το ξέρω σου λέω, πως θα έχει πολλές στιγμές μέσα στην μέρα της που οι πληγές που της άφησες στην ψυχούλα της θα την κάνουνε να γίνεται αγρίμι, να κλείνεται στον εαυτό της, να πελαγοδρομεί.
Και ξέρω πως θα πρέπει να φτύσω αίμα για να την κάνω να μπορεί να εμπιστευτεί ξανά, όμως εγώ έχω ακριβώς αυτό της χρειάζεται. Εγώ έχω μια αγκαλιά που εσύ της την στέρησες, μια αγκαλιά που εσύ την έκανες να σου την ζητιανεύει, εγώ λοιπόν της την προσφέρω χωρίς να την ζητήσει.
Εσύ την γέμιζες αμφιβολίες, εγώ την γεμίζω με ασφάλεια. Εσύ την ανάγκαζες να είναι δακρυσμένη, εγώ έχω γίνει το χαμένο της χαμόγελο.
Δεν σε ξέρω, όμως θα σου μιλήσω σαν να γνωριζόμαστε, σαν να μιλάνε δυο άντρες που ο ένας δεν τα κατάφερε από ανικανότητα κι ο άλλος δεν υπάρχει ούτε μια πιθανότητα να μην τα καταφέρει. Σαν να κοιτάζονται στα μάτια δυο τύποι, που ο ένας έχει τα κότσια να έχει το βλέμμα του ψηλά κι ο άλλος από ντροπή κι από δειλία το χαμηλώνει.
Σαν να μιλάνε δυο αρσενικά που ο ένας δεν μπόρεσε να εκτιμήσει ό,τι είχε, κι ο άλλος βλέπει το ανεκτίμητο που σήμερα έχει και νιώθει ευλογημένος.
Δεν σε ξέρω, όμως ξέρω τι της έχεις κάνει. Βλέπω τον πόνο που της άφησες για προίκα, βλέπω τον φόβο της να εμπιστευτεί ξανά μετά από την προδοσία σου, βλέπω το αίμα που τρέχει απ΄ την ψυχή της που της την τραυμάτισε βαθιά πουλώντας της δήθεν αγάπη.
Δεν σε ξέρω κι ούτε και θέλω να σε μάθω δηλαδή, όμως εγώ θα σου δώσω μια υπόσχεση. Σου υπόσχομαι στον λόγο της αντρικής τιμής μου, που εσύ δεν ξέρεις καν τι είναι αυτό, για την ακρίβεια σου το ορκίζομαι, πως εγώ θα την κάνω να σε ξεχάσει! Θα την κάνω να μπορεί να κοιμηθεί επιτέλους. Θα την κάνω να πιστέψει πάλι στο όμορφο. Θα την κάνω να αρχίσει να ονειρεύεται ξανά.
Κι όλα αυτά δεν θα τα κάνω για να σε εκδικηθώ, ειλικρινά σου το λέω, χέστηκα για σένα, μα θα τα κάνω γιατί αυτά είναι που της αξίζουνε, κι όχι εκείνα που της έδινες εσύ.
Θα τα κάνω γιατί εγώ την θέλω λαμπερή, κι όχι σκοτεινιασμένη όπως την ήθελες εσύ γιατί δεν το άντεχες το φως της.
Θα τα κάνω γιατί εγώ το είδα από την αρχή και το γουστάρω το πολύ της, δεν με τρομάζει όπως τρόμαξες εσύ, γιατί είχες μάθει να υπάρχεις με τις λίγες.
Θα σου πω κάτι ακόμη!
Από την μια σε ευγνωμονώ που μου την άφησες, κι από την άλλη σε μισώ που μου την πόνεσες.
Από την μια σε ευχαριστώ που ήσουνα λίγος, κι από την άλλη ντρέπομαι που υπάρχουν άντρες τόσο λίγοι σαν κι εσένα.
Από την μια σου χρωστάω χάρη που την έπαιξες στα ζάρια και την έχασες, κι από την άλλη θέλω να σε βουτήξω απ΄ τον λαιμό που κάποτε μου την έκανες να κλάψει.
Είχες στα χέρια σου την πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου, τώρα την έχω εγώ!
Είχες την μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωή σου και την κλότσησες, τώρα είναι κατά – δικιά μου.
Είχες έναν θησαυρό που ποτέ δεν τον εκτίμησες στα αλήθεια, τώρα αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός, μου ανήκει.
Είχες έναν Άγγελο μπροστά σου και δεν τον πρόσεξες, τώρα μαλάκα μου αυτόν τον Άγγελο θα τον προσέχω εγώ!
