Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Έχω λεφτά! Έχω ακριβώς αυτό που πάντα ήθελες κι εγώ αρνιόμουνα πεισματικά ο ανόητος να το πιστέψω και να το δεχτώ.
Έχω λεφτά σου λέω, έχω αυτό που τελικά για σένα πάντοτε είχε την πρώτη σημασία κι αυτό που πάντα έψαχνες.
Έχω λεφτά γαμώτο, να μην κωλώσεις! Κι αφού εσύ ήσουνα πάντοτε πολύ καλή στο μέτρημα κι εγώ ήμουν καλός στο δόσιμο, ας κάνουμε απόψε μια κουβέντα κι ίσως μια συμφωνία…
Πόσο μου την πουλάς λοιπόν μια αλήθεια σου;
Αφού εγώ δεν τα κατάφερα να σου την πάρω με άλλο τρόπο, πες μου, πόσο μου την πουλάς;
Ποσά θέλεις να σου δώσω, για να μου πεις για μια φορά, αν με αγάπησες στα αλήθεια;
Αν έστω κι ένα σ΄ αγαπώ σου, βγήκε από μέσα σου χωρίς να περιμένει ανταμοιβή.
Αν την ξεστόμισες ποτέ σου αυτή την λέξη για να μου την χαρίσεις κι όχι για να μου την πουλήσεις.
Πόσο μου την πουλάς μια αλήθεια σου;
Πόσο κάνει για να μου πεις αληθινά, γιατί τόσο καιρό έπαιζες μαζί μου;
Γιατί μου είπες τόσα λόγια, αφού δεν σκόπευες ούτε ένα να τηρήσεις;
Γιατί με άφηνες να φτιάχνω όνειρα, αφού από την αρχή είχες σκοπό να μου τα εμπορευτείς;
Έλα πες!
Ποσό μου την πουλάς μια αλήθεια σου; Κι έχεις τον λόγο μου, ότι εγώ θα στην πληρώσω όσο όσο.
Βλέπεις αγάπη μου, για μένα τα χρήματα δεν είχανε ποτέ τους σημασία, πάντα τα σκόρπαγα κι άλλα ήταν εκείνα που μετρούσα, άλλα ήταν τα σημαντικά μου.
Επιμένω λοιπόν, πόσο μου την πουλάς μια γαμημένη αλήθεια σου;
Το ξέρω ότι είναι ακριβή κι ότι είναι το μόνο ακριβό που έχεις, μέσα στην τόση φτήνια σου. Το ξέρω ότι είναι το μόνο που δεν κατάφερα να πάρω από σένα, μα έχω λεφτά σου λέω!
Κι αφού χαλάλισα τόσα πολλά για σένα, σιγά μη λυπηθώ τα χρήματα. Ασήμαντα ήτανε εντελώς τα χρήματα για μένα, για σένα από την άλλη, ήτανε αυτό που πάντα ήθελες, μα κάτι μου λέει μέσα μου, πως απόψε για πρώτη μας φορά, θα τα βρούμε!
Πόσα θέλεις να σου δώσω, για να μου το παραδεχτείς, πως όταν πλάγιαζες μαζί μου δεν το έκανες γιατί το ήθελες απ΄ την ψυχή σου, αλλά γιατί είχες καύλες. Πόσο μου την χρέωνες την κάθε συνουσία σου μαζί μου; Πόσα μαζεύτηκαν και πόσα σου χρωστάω;
Πες μια αλήθεια επιτέλους κι εγώ, θα δεις, θα στην πληρώσω!
Πες μου, που ήσουνα όταν γκρεμίζονταν τριγύρω ο κόσμος μου και με πλάκωναν τα χαλάσματα;
Που βόσκαγες όταν η ψυχή μου δίπλωνε απ΄ τον πόνο κι όταν σε χρειαζόμουνα;
Που ξενυχτούσες, όταν εμένα με τύλιγαν σκοτάδια και με πνίγανε;
Με πόσα αργύρια βολεύτηκες και που έκατσε η μπίλια;
Σε ποιους πάγκους με παζάρευες; Και τελικά, πόσα τσέπωσες από την παραχώρηση μου;
Εγώ λοιπόν, απόψε σου δίνω τα διπλά, όχι για να γυρίσεις πίσω, αλλά για να σου αποδείξω πως σε γελάσανε, πως πήρες λίγα κι άξιζα παραπάνω! Σου δίνω τα διπλά, για μια αλήθεια σου.
Πόσο μου την πουλάς μια αλήθεια σου;
Πες μια τιμή, σε χρήματα ασφαλώς, γιατί την άλλη έννοια της “τιμής” δεν την γνωρίζεις. Πες μια τιμούλα, γιατί έστω κι αργά κατάλαβα, ότι για σένα όλα έχουν την τιμή τους, για σένα όλα αγοράζονται κι όλα πουλιούνται.
