Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
Νόμισα πως σε είδα να περνάς. Κι η καρδιά μου, αυτή η ρημάδα που υποτίθεται πως είχε μάθει, ξέχασε για λίγο πώς να χτυπάει φυσιολογικά. Ίδιος ο τρόπος που περπατούσες κάποτε, ίδιο το βλέμμα που κάποτε με ξεσκέπαζε. Για μια στιγμή, ο χρόνος δίπλωσε και ήμουν ξανά εκεί, σ’ εκείνα τα βράδια που τα χέρια σου ήταν σπίτι και η φωνή σου, ασφάλεια.
Έμεινα να κοιτάζω, προσπαθώντας να καταλάβω αν ήταν παιχνίδι του μυαλού μου ή αν όντως ήσουν εσύ. Δεν έκανα βήμα. Δεν φώναξα. Αλλά μέσα μου, το χάος. Σκέψεις που δεν είχα πει ποτέ δυνατά, πράγματα που δεν πρόλαβα να σου εξηγήσω, όσα άφησα να πέσουν στο κενό χωρίς να τα παλέψω.
Αναρωτήθηκα αν με είδες κι εσύ. Αν αναγνώρισες αυτόν τον τύπο που κάποτε σ’ αγαπούσε με όλο του το είναι, αλλά δεν ήξερε πώς να το δείξει σωστά. Μπορεί και να πέρασες δίπλα μου και να μην κατάλαβες καν ότι ήμουν εκεί. Μπορεί και να ήσουν απλώς μια σκιά στο μυαλό μου, ένα κατάλοιπο όσων έμειναν ανολοκλήρωτα.
Θυμάσαι που λέγαμε ότι κανείς δεν γυρίζει τον χρόνο πίσω; Ότι ό,τι σπάει, ακόμα κι αν το κολλήσεις, θα έχει πάντα ρωγμές; Πίστευα πως εμείς θα ήμασταν εξαίρεση. Γελάστηκα.
Για μια στιγμή, ήθελα να τρέξω. Να σε αγγίξω στον ώμο, να σε σταματήσω, να σου πω όλα αυτά που έμειναν μετέωρα. Να σου πω ότι δεν ήσουν απλώς κάποια περαστική στη ζωή μου. Αλλά έμεινα εκεί. Σιωπηλός. Με τις σκέψεις μου να ουρλιάζουν. Και εσύ, είτε πραγματική είτε φάντασμα του μυαλού μου, χάθηκες στο πλήθος.
Ίσως να ήταν απλώς μια αυταπάτη. Ίσως να ήσουν εσύ. Ίσως, τελικά, αυτό το “νόμισα” να είναι ό,τι μου απέμεινε από το “εμείς”.
