Γράφει ο Σάκης Χαλβαντζής.
Ένα τσιγάρο θέλω κι ένα μπουκάλι φθηνό ουίσκι. Μάλλον.. δυο – τρία μπουκάλια φθηνό ουίσκι. Νομίζω καλύτερα τώρα. Τσιγάρο και ουίσκι! Και δυο – τρεις ανθρώπους για συντροφιά. Αυτούς του δυο – τρεις που αγαπάω κι εμπιστεύομαι. Να νικήσω τους δαίμονες της μοναξιάς μου, έστω γι’απόψε. Να κοιμηθώ κι εγώ μια νύχτα, δίχως να σηκωθώ μούσκεμα από την ανασφάλεια, εξουθενωμένος από τη ραθυμία του μυαλού μου.
Να νιώσω μέχρι βαθιά μέσα μου, τη κάπνα και το αλκοόλ. Να πάψω να θυμάμαι. Να μη με νοιάζει το “μαύρο” γύρω μου. Να μη με νοιάζουν οι, καθημερινές πια, αυτοκτονίες ανθρώπων. Να μη με νοιάζει το μικρό κοριτσάκι που “πωλείται” στα φανάρια στη Δημοσθένους. Να μη με νοιάζουν τα αντικαταθλιπτικά που ρέπουν τη γενιά μου προς την κατάθλιψη. Ούτε τα συσσίτια να με νοιάζουν. Να μη με νοιάζει τίποτε απ’όλα αυτά.
Μια νύχτα. Μια νύχτα μονάχα. Δίχως τέτοιες σκέψεις. Μ’ένα τσιγάρο κι ένα μπουκάλι φθηνό ουίσκι. Ν’αφήσω στην άκρη τα προβλήματα που με πνίγουν και να πιω. Να πιω και να καπνίσω. Να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα θα πάνε καλά.
«Όλα καλά θα πάνε! Όλα καλά..»
