Γράφει ο Δημήτρης Ξυλούρης
«Θα σε μάθω να πετάς και θα φύγω», μου είχες πει. Το είπες ελαφρά, σαν προειδοποίηση που δεν χρειάζεται προσοχή. Κι εγώ δεν σε πίστεψα. Όχι γιατί δεν άκουσα. Γιατί ήθελα να μείνω στο κομμάτι με τα φτερά, όχι σε εκείνο με την αναχώρηση.
Με έμαθες πράγματι να πετάω. Όχι με λόγια. Με πράξεις. Με εκείνη τη σιωπηλή σιγουριά που με έσπρωχνε λίγο πιο πέρα από τον φόβο μου. Με έμαθες να μην κρατιέμαι από ανθρώπους για να μη πέσω. Να στέκομαι μόνος. Να ανοίγω χώρο μέσα μου. Να μην ζητάω άδεια για να υπάρξω.
Κι όσο μάθαινα, δεν καταλάβαινα. Ότι εσύ ήδη ετοίμαζες το αντίο σου. Ότι κάθε μάθημα ήταν κι ένα βήμα πιο μακριά σου. Δεν το είδα τότε. Το βλέπω τώρα. Όταν πετάω μόνος.
Δεν έφυγες από αδυναμία. Έφυγες από συνέπεια. Είπες την αλήθεια σου από την αρχή. Κι εγώ διάλεξα να την αγνοήσω, γιατί πίστεψα πως η αγάπη αλλάζει τα σχέδια. Δεν τα αλλάζει. Τα αποκαλύπτει.
Σήμερα δεν σου κρατάω κακία. Κρατάω αυτό που μου άφησες. Τη δύναμη. Την αυτονομία. Το θάρρος να μη φοβάμαι το ύψος. Κι αν πονάει που έφυγες, πονάει λιγότερο από το να είχα μείνει καθηλωμένος.
Ίσως αυτό να ήταν τελικά το τίμημα. Να μάθεις κάποιον να πετάει και να τον αφήσεις. Κι εγώ πέταξα. Ακόμη κι αν, κάποιες νύχτες, κοιτάζω κάτω και θυμάμαι ποιος μου έδειξε τον ουρανό.
