Γράφει ο Σάκης Χαλβαντζής.
Πόσα όνειρα σέρνει μαζί του τ’ανέφικτο; Πόσους καημούς; Πόσο αληθινό, ψεύτικο κι απαγορευμένο είναι συνάμα; Στέκεται πάντοτε μακριά από τα όρια της δικαιοδοσίας σου. Βασανισμένο, παράταιρο κι ονειροπόλο. Κι εσύ;
Εσύ ανεπαρκής. Ανεπαρκής για έρωτα. Ανεπαρκής γι’αγάπη. Ανεπαρκής για τ’οτιδήποτε. Δεν αρκεί το θάρρος σου. Σου το δείχνει.. Ακόμη κι εκείνη η αβυσσαλέα προσδοκία, μικρή μοιάζει. Μάζεψε λοιπόν, τον ξεκούρδιστο εγωισμό σου και φύγε.. Ακούς; Φύγε.
Μάζεψε τα ψήγματα της αξιοπρέπειάς σου και κλότσα τον εαυτό σου έξω από τούτη την πόρτα. Φύγε γαμώτο. Φύγε. Σε τρώει, σε σκοτώνει. Δεν το καταλαβαίνεις; Το κάνει αργά και μεθοδικά. Σαρακώνει την ψυχή σου. Πόση από δαύτη σού’μεινε ακόμη; Πόση; Εκείνα που φοβάσαι; Μίλα μου. Μίλα μου έστω για όλα εκείνα που φοβάσαι. Τη μοναξιά φοβάσαι, έτσι δεν είναι;
Μοναξιά καταραμένη. Τρέμεις μονάχα στην ιδέα, μιας καλημέρας δίχως ανταπόκριση. Τρέμεις ακόμη και την πρωινή όψη σου στον καθρέφτη.
Φοβάσαι μη σε πνίξουν τα δαχτυλίδια του πρώτου σου τσιγάρου. Φοβάσαι μη χαθείς μες το καπνό σου. Δεν προφταίνεις να βγεις από το σπίτι και νυχτώνει. Δεν σε κατηγορώ. Ποτέ δεν κατηγόρησα κανέναν. Κάθε βράδυ όμως, με κοιμίζει μια θλίψη.
Για τα λίγα εκείνα που μπορούσες, αλλά δεν ήθελες να δώσεις. Δικαίωμά σου, στο κάτω-κάτω. Εγώ έχω το πρόβλημα. Το πρόβλημα της “αντικατάστασης” εγώ το έχω. Πρέπει ν’απαλλαγώ από την “ετικέτα” ότι είσαι ο άνθρωπός μου.
Με κούρασαν οι ετικέτες.. Είχα φτιάξει μια ωραιοποιημένη πραγματικότητα. Μου άρεσε θαρρώ η “πραγματικότητά” μου. Σε όλους αρέσει, εκείνη η στατική εικόνα που φτιάχνουν οι ίδιοι για τον κόσμο. Σε όλους αρέσει.
Και όχι, δεν υπάρχει διαφορετική οπτική γωνία σε αυτό. Οι απουσίες, οι πραγματικές απουσίες έχουν πάντα μονοδιάστατο χαρακτήρα. Πάντα θα σου λείπει. Πάντα θα σε “τρώει” το γιατί. Πάντα η απουσία, θα σε στρώνει δέκα πόντους από το πάτωμα.
Να κοιτάζεις λοξά τη μισοάδεια σου μπίρα. Να νιώθεις αφυδατωμένα τα μπροστινά σου δόντια. Να προφέρεις ακατανόητες λέξεις και να ξεπετιέται σαν δαίμονας μέσα απ’το κεφάλι σου τ’όνομά της. Πάντα η απουσία θά’χει όνομα.
Τ’όνομά σου.
