Γράφει η Ιωάννα Ντρε
Εκείνη δεν ήταν από τις γυναίκες της μιας βραδιάς. Ήταν η γυναίκα που ήθελε έναν και να είναι ολοκληρωτικά δικός της.
Τον βρήκε και μέσα στο σύντομο χρονικό διάστημα που ήταν μαζί του, του δόθηκε, του πρόσφερε πολλά και συναισθηματικά και υλικά. Δεν ήθελε να λέει το τι έδωσε. Ήθελε και τα έκανε και μέρα με τη μέρα δινόταν όλο και πιο πολύ. Στην αρχή ήταν και ο σύντροφός της το ίδιο. Αυτό έβλεπε τουλάχιστον. Στην πορεία όμως άλλαξες ενώ συνέχιζε ακάθεκτη να του δίνεται για να μην αισθανθεί κάποιο κενό. Με υπομονή περίμενε μήπως απλά λόγο της πίεσης που είχε από άλλα θέματα επηρεαζόταν και του άφησε χώρο και χρόνο να ηρεμίσει πιστεύοντας ότι ήταν κάτι παροδικό. Όμως όχι. Έπεσε έξω. Κοίταζε το εγώ του και όχι το εμείς πλέον. Εθελοτυφλούσε αλλά ήξερε πως η αιτία αυτής της αλλαγής του ήταν ότι κάτι άλλο είχε μπει στη ζωή του και εν συνεχεία στη ζωή τους. Ένα τρίτο πρόσωπο που έφερε τα πάνω κάτω στη σχέση τους. Από τον ουρανό που πετούσε προσγειώθηκε απότομα στη γη.
Τον είχε πιο πάνω κι από τον εαυτό της. Τον είχε ψηλά αλλά μόνος του έπεσε από κει πάνω.
Αυτός ο ίδιος που της έλεγε ότι είναι συνειδητοποιημένος και κατασταλαγμένος για το τι θέλει και αυτό που θέλει το είχε βρει και ότι αν βρισκόταν κάτι άλλο στη ζωή του θα της το έλεγε και δε θα την άφηνε στην απέξω. Την άφησε όμως. Μόνη της το ανακάλυψε και προσπαθούσε να την διαψεύσει κιόλας.
Ότι δε θέλεις να σου κάνουν δε θες και συ να το κάνεις στους άλλους. Αυτή ήταν η ατάκα που της έλεγε συνέχεια.
Η ουσία είναι ότι από το φόβο του δεν ήθελε να του κάνουν κάτι που δε του αρέσει μέχρι να την κάνει εκείνος στους άλλους.
Τόσο πολύ μπορεί να αλλάξει από ένα γεγονός ένας άνθρωπος τελικά.
