Γράφει η Τζένη Ζάικου
Εύχομαι να φύγω πρώτη. Αργά στη ζωή, αλλά πρώτη.
Έτσι, ώστε στα τελευταία μου να σε έχω δίπλα μου για να γκρινιάξω, για να μοιραστώ τους φόβους μου, για να μου κρατήσεις το χέρι, να με χαϊδέψεις τρυφερά και να απαλύνεις την ανησυχία και τον πόνο μου.
Δεν μπορώ να φανταστώ να μένω μόνη.
Να μην έχω τον σύντροφό μου σε κείνη την έσχατη στιγμή.
Το ξέρω ότι ο μισός πληθυσμός το βιώνει αυτό, το ξέρω.
Μα, το βρίσκω ιδιαίτερα σκληρό.
Βέβαια αυτό με κάνει εγωίστρια. Γιατί αυτό σημαίνει πως θα σε αφήσω πίσω. Εγώ θα βρω γαλήνη, θα σε προσέχω από ψηλά και θα περιμένω καρτερικά μέχρι να έρθει η μέρα που θα ξαναϊδωθούμε, μα εσύ θα έχεις μείνει μόνος και αυτό είναι κάτι που με προβληματίζει.
Το μόνο που μένει, λοιπόν, είναι να προσδιορίσουμε ποιος χρειάζεται περισσότερο τον άλλον. Όχι πόσο τον αγαπάει, αλλά πόσο τον χρειάζεται σε τέτοιες στιγμές.
Συνήθως στα ζευγάρια υπάρχει το άτομο που έχει μεν ανάγκη τον άλλον σε μία δύσκολη στιγμή, αλλά δεν τον χρειάζεται απαραίτητα για να διατηρήσει την ψυχραιμία του και το άτομο που θα καταρρακωθεί από μια τέτοια απώλεια. Μπορεί ακόμα και να μη μπορεί να λειτουργήσει.
Μέλλει λοιπόν να δούμε σε ποια κατηγορία ανήκει ο καθένας μας.
Ωραία δεν θα ήταν αγάπη μου να μπορούσαμε να τα κανονίσουμε όπως μας βολεύουν;
Μα έχω μία αίσθηση πως το σύμπαν έχει τη τάση να μας ξεβολεύει κι αυτό πολύ το τρέμω ώρες-ώρες.
Φαντάζομαι πως αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι να φτάσουμε μέχρι εκεί.
Να ζήσουμε πολύ και έντονα, να αποκτήσουμε εμπειρίες και συναισθήματα, να τα αφήσουμε να μας κατακλύσουν, ώστε ο θάνατος – όταν έρθει, κατά προτίμηση καθυστερημένα – να μας βρει γλυκά, να έχουμε ζήσει ό, τι ονειρευόμασταν, να έχουμε χορτάσει ο ένας τον άλλον. Να νιώθουμε πως ακόμη κι αν δεν βλεπόμαστε, δεν περπατάμε στην ίδια γη, ακόμα να νιώθουμε ο ένας την παρουσία του άλλου.
Αυτό είναι το στοίχημα υποθέτω.
Στοιχηματίζω υπέρ μας όμως. Γι’ αυτό είμαι σίγουρη.
